Το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης σχετικά με το περιστατικό της αναστολής λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2026, δόθηκε στη δημοσιότητα, αποκαλύπτοντας τα πλήρη τεχνικά αίτια και τις συστάσεις για την ασφάλεια της αεροναυτιλίας. Η Επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστου Δήμα, την επομένη του συμβάντος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κρίση προκλήθηκε από σοβαρή τεχνική αστοχία και όχι από κακόβουλη ενέργεια. Το φαινόμενο ξεκίνησε στις 08:58 τοπική ώρα με την απώλεια των συχνοτήτων 133.575 MHz και 129.675 MHz στην περιοχή του Πηλίου, ενώ ακολούθησε ολική κατάληψη των καναλιών κινδύνου 121.5 MHz.
Τα αίτια της τεχνικής δυσλειτουργίας των επικοινωνιών
Η βασική αιτία εντοπίστηκε στον ψηφιακό θόρυβο, ο οποίος προερχόταν είτε από τα εφεδρικά συστήματα συχνοτήτων είτε από τα συστήματα έκτακτης ανάγκης, προκαλώντας έντονο συριγμό. Το πρόβλημα οφειλόταν στον αποσυγχρονισμό πλειάδας ετερογενών διατάξεων και διεπαφών στις εγκαταστάσεις του Κέντρου Ελέγχου Περιοχής Αθηνών-Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘΜ), γεγονός που οδήγησε στην ακούσια και συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών. Το φαινόμενο επεκτάθηκε γρήγορα σε κρίσιμες συχνότητες Climax (124.625 ΤΑΚ, 124.025 ΤΥΜ, 125.200 TST), καθιστώντας τις επικοινωνίες εξαιρετικά δυσχερείς έως αδύνατες.
Επικεφαλής της διερεύνησης ήταν ο Διοικητής της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας, Χρήστος Τσίτουρας. Η σύνθεση της Επιτροπής περιλάμβανε τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, Μιχάλη Μπλέτσα, τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Κυβερνοάμυνας του ΓΕΕΘΑ (Ε5), Συνταγματάρχη Δημήτριο Ζαμπακόλα, και τον Υποδιευθυντή Εποπτείας Φάσματος της ΕΕΤΤ, Νίκο Ηγουμενίδη. Στις εργασίες συμμετείχε ενεργά εκπρόσωπος του EUROCONTROL, ενώ ως παρατηρητής παρέστη εκπρόσωπος του EASA, διασφαλίζοντας τη διεθνή εγκυρότητα της διαδικασίας και την τήρηση των ευρωπαϊκών προτύπων ασφαλείας.
Η χρονολογική εξέλιξη της κρίσης στον αέρα
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία, καθώς στις 09:36 πραγματοποιήθηκε επείγουσα τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Υποδιοικητή της ΥΠΑ, Γ. Βαγενά, και του Chief Technology Officer του ΟΤΕ, Γ. Τσώνη, για την γνωστοποίηση του προβλήματος σε ανώτατο επίπεδο. Το σύστημα καταγραφής AMHS ανέφερε πλήρη διακοπή στις γραμμές HellasCom για 16 αεροδρόμια, συμπεριλαμβανομένων των Χανίων, της Σάμου και της Μυκόνου, ενώ διακόπηκε και η παροχή εικόνας προς την Πολεμική Αεροπορία από το πληροφοριακό σύστημα ATLAS. Ταυτόχρονα, τα λεγόμενα γκρίζα τηλέφωνα (standby) τέθηκαν εκτός λειτουργίας, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τον συντονισμό.
Στις 09:58 επιβλήθηκε περιορισμός μηδενικής χωρητικότητας (zero rate) για λόγους ασφαλείας, καθώς εντός του FIR Αθηνών βρίσκονταν 80 αεροσκάφη, με την πρόβλεψη να αυξηθούν σε 109 μέσα στο επόμενο 30λεπτο. Η τηλεφωνική επικοινωνία με τα γειτονικά FIR Καΐρου, Λευκωσίας και Σόφιας κατέστη αδύνατη, αναγκάζοντας τους ελεγκτές να χρησιμοποιήσουν το δημόσιο δίκτυο του ΟΤΕ. Παρά την άφιξη τεχνικών του ΟΤΕ στις εγκαταστάσεις, αρχικά δεν εντοπίστηκε βλάβη στην υποδομή τους, καθώς το κέντρο ελέγχου του οργανισμού έβλεπε τα κυκλώματα ως λειτουργικά.
Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό των παρωχημένων συστημάτων
Το πόρισμα καταδεικνύει ότι οι υποδομές βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία SDH, η οποία βρίσκεται εκτός υποστήριξης (End Of Support) από τον κατασκευαστή, γεγονός για το οποίο ο ΟΤΕ είχε ενημερώσει την ΥΠΑ από το 2019. Η έλλειψη καταγραφής δεδομένων καθιστά αδύνατο τον εκ των υστέρων ακριβή προσδιορισμό της αιτίας του αποσυγχρονισμού. Παρά τη σοβαρότητα, το περιστατικό χαρακτηρίστηκε χαμηλής διακινδύνευσης, καθώς δεν παραβιάστηκαν τα ελάχιστα όρια διαχωρισμού. Για τον έλεγχο του φάσματος, απογειώθηκε αεροσκάφος της ΥΠΑ στο οποίο επέβαινε τεχνικός της ΕΕΤΤ με ειδικό εξοπλισμό, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης.
Η πλήρης αποκατάσταση επήλθε στις 16:53, μετά από εκούσια αρχικοποίηση του δικτύου από τον ΟΤΕ. Η Επιτροπή συστήνει ως άμεση προτεραιότητα την επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία Voice over IP (VoIP) και την προμήθεια 495 νέων πομποδεκτών. Προτείνεται επίσης η εγκατάσταση συστημάτων τηλεμετρίας και τηλεχειρισμού, η θεσμοθέτηση κοινού μηχανισμού απόκρισης ΥΠΑ-ΟΤΕ και η ενίσχυση της εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ. Τέλος, κρίνεται αναγκαία η μετεγκατάσταση του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον για τη μείωση των συστημικών κινδύνων.



