Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση και η συστηματική υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του Next Generation EU διατηρούν τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας, παρά τη σημαντική αβεβαιότητα που προκαλεί η κλιμακούμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κραδασμούς, καθώς τα δημόσια οικονομικά ενισχύονται και ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ υποχωρεί ταχύτατα. Η εθνική δημοσιονομική πολιτική μετατοπίζεται πλέον προς την ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και την άμεση αντιμετώπιση του κόστους στέγασης, στοχεύοντας στη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% το 2025, υποστηριζόμενη κυρίως από τις επενδύσεις του NGEU και την ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση. Ο τουρισμός κατέγραψε νέο ιστορικό ρεκόρ, ενώ η ανεργία υποχώρησε σταδιακά στο 8,3% κατά το τελευταίο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, προσεγγίζοντας τα χαμηλά επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την εκδήλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ωστόσο, ο πληθωρισμός παρέμεινε επίμονος στο 3,1% τον Φεβρουάριο του 2026, αντικατοπτρίζοντας το υφιστάμενο θετικό παραγωγικό κενό στην οικονομία. Παρά τη βελτίωση των όρων εμπορίου και τις χαμηλότερες πληρωμές τόκων, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, παραμένοντας σε υψηλά επίπεδα λόγω της ισχυρής εγχώριας ζήτησης για εισαγωγές.
Δημοσιονομική σταθερότητα και δραστική μείωση του χρέους
Η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών ενισχύθηκε περαιτέρω παρά τη μεγάλη αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, με το πρωτογενές πλεόνασμα να εκτιμάται στο 4,4% του ΑΕΠ για το 2025. Τα δημόσια έσοδα κατέγραψαν άνοδο λόγω της έντονης οικονομικής δραστηριότητας και της συνεχούς προόδου στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, επιτρέποντας την υλοποίηση στοχευμένων μέτρων για την ελάφρυνση των πιέσεων στο κόστος διαβίωσης. Σε συνδυασμό με την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του Greek Loan Facility προς τις χώρες της ευρωζώνης, ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας το 145% το 2025. Το επίπεδο αυτό απέχει πλέον σημαντικά από το ιστορικό ανώτατο όριο του 210% που είχε καταγραφεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας το 2020.
Το τραπεζικό σύστημα επιδεικνύει ανθεκτικότητα, με την πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα να αγγίζει το 5,3% τον Ιανουάριο του 2026, υποκινούμενη κυρίως από τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια πέρασε σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, υποστηριζόμενη από το επιδοτούμενο πρόγραμμα MyHome II. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά την υποχώρηση των επιτοκίων. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε την αύξηση του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος (CCyB) στο 0,5% από τον Οκτώβριο του 2026, ενισχύοντας τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας των ιδρυμάτων έναντι μελλοντικών συστημικών κινδύνων.
Προκλήσεις από τις διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις
Η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2026, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν την κατανάλωση. Μεσοπρόθεσμα, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσει στο 1,5%, εξαιτίας των δυσμενών δημογραφικών τάσεων και της χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας στην εγχώρια αγορά. Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές είναι καθοδικοί, με το ΔΝΤ να επισημαίνει την πιθανότητα γεωπολιτικού κατακερματισμού και σοβαρών διαταραχών στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Στον αντίποδα, η ταχύτερη υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και η πλήρης απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις προβλέψεις και να οδηγήσουν σε υψηλότερα επίπεδα ευημερίας για τον πληθυσμό.
Το νέο δημοσιονομικό πακέτο, που εστιάζει σε ευρείες περικοπές των συντελεστών PIT, κρίνεται θετικό για τη μείωση της φορολογικής σφήνας και την ενίσχυση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διατηρηθεί στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, ενώ ο στόχος για το δημόσιο χρέος τοποθετείται στο 110% έως το έτος 2031. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε στήριξη για το ενεργειακό κόστος πρέπει να παραμείνει προσωρινή και αυστηρά στοχευμένη στα ευάλωτα νοικοκυριά μέσω του υφιστάμενου κοινωνικού δικτύου ασφαλείας. Παράλληλα, οι υπερβολικές αυξήσεις στους μισθούς του δημόσιου τομέα θα πρέπει να αποφεύγονται, ώστε να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δαπανών και η σταθερότητα των δημοσίων οικονομικών.
Μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας
Το επενδυτικό κενό της Ελλάδας έναντι της ευρωζώνης παραμένει στο 4% του ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά επιτακτική την πλήρη αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων. Η αποστολή του ΔΝΤ τονίζει την ανάγκη για επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού στον ιδιωτικό τομέα και ενίσχυση της πρόσβασης σε κεφάλαια για καινοτόμες επιχειρήσεις μέσω venture capital. Η εθνική στρατηγική για την AI προσφέρει μια χρήσιμη βάση συνεργασίας μεταξύ των επιχειρήσεων και της ακαδημαϊκής κοινότητας για την παραγωγή προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η πρόοδος στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος χρηματοδότησης και να κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια κινδύνου στην οικονομία.
Οι τιμές των οικιστικών ακινήτων αυξήθηκαν κατά 7,8% το 2025, προκαλώντας έντονες πιέσεις στην προσιτότητα της στέγασης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού και ιδιαίτερα για τους νέους. Η πολιτική προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην κινητοποίηση του ανενεργού αποθέματος κατοικιών, ενδεχομένως μέσω της εισαγωγής πρόσθετων φόρων σε κενά ακίνητα σε περιοχές με υψηλή ζήτηση. Η μείωση του χρόνου επίλυσης νομικών διαφορών και η εφαρμογή σχημάτων εγγύησης ενοικίου θα μπορούσαν να ενισχύσουν την προσφορά μακροχρόνιων μισθώσεων στην αγορά. Τέλος, ο εκσυγχρονισμός του δικαστικού συστήματος και η ολοκλήρωση του εθνικού κτηματολογίου παραμένουν κρίσιμα βήματα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την προσέλκυση νέων ξένων άμεσων επενδύσεων.



