Το Στενό του Ορμούζ παραμένει πρακτικά κλειστό, προκαλώντας σοβαρή διακοπή στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) ανακοίνωσε ότι οι διελεύσεις πλοίων μειώθηκαν από 130 ημερησίως τον Φεβρουάριο σε μόλις 6 τον Μάρτιο. Αυτή η πτώση της τάξης του 95% επηρεάζει ένα κρίσιμο μερίδιο του ενεργειακού εφοδιασμού, με τις συνέπειες να εξαπλώνονται στην παγκόσμια οικονομία μέσω των τιμών και των συστημάτων μεταφορών. Η κατάσταση επηρεάζει άμεσα την παραγωγή και την κατανάλωση, ενώ η διατάραξη επεκτείνεται στις λιμενικές υποδομές και τις αεροπορικές εμπορευματικές μεταφορές παγκοσμίως.
Το ενεργειακό σοκ αποτελεί τον κύριο δίαυλο μέσω του οποίου η γεωπολιτική ένταση επηρεάζει το εμπόριο. Από την κλιμάκωση της 28ης Φεβρουαρίου 2026, οι τιμές των καυσίμων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ το κόστος μεταφοράς πετρελαίου παρουσιάζει σημαντική αύξηση. Οι αυξήσεις αυτές επιβαρύνουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, ενισχύοντας το κόστος παραγωγής αγαθών σε διεθνές επίπεδο. Τα πλοία μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου και πετρελαίου αντιμετωπίζουν μειωμένους όγκους και αυξημένο κόστος κινδύνου. Εάν οι διαταραχές επιμείνουν, οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές ενδέχεται να διατηρήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, επηρεάζοντας ιδιαίτερα την Ευρώπη και τη Νότια Ασία.
Επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου και χρηματοπιστωτική πίεση
Το παγκόσμιο εμπόριο εμπορευμάτων αναμένεται να παρουσιάσει απότομη επιβράδυνση κατά τη διάρκεια του 2026. Παρά το γεγονός ότι το έτος ξεκίνησε με θετικούς ρυθμούς, η UNCTAD προβλέπει ότι η ανάπτυξη του εμπορίου θα μειωθεί στο 1,5% έως 2,5%, έναντι 4,7% που καταγράφηκε το 2025. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην αποδυνάμωση της παγκόσμιας ζήτησης και την αυξημένη αβεβαιότητα. Η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα υποχωρεί στο 2,6% το 2026 από 2,9% το προηγούμενο έτος. Οι γεωπολιτικές εντάσεις ενισχύουν την αστάθεια, καθιστώντας τις οικονομικές προβλέψεις δυσχερείς και επιβαρύνοντας περαιτέρω τις επενδύσεις και τις εμπορικές συναλλαγές.
Οι πιέσεις παραμένουν εμφανείς και στις χρηματοπιστωτικές αγορές παγκοσμίως. Καθώς η αβεβαιότητα κλιμακώνεται, οι επενδυτές απομακρύνονται από στοιχεία ενεργητικού υψηλού κινδύνου, προχωρώντας σε πωλήσεις μετοχών και ομολόγων αναπτυσσόμενων χωρών. Τα νομίσματα αυτών των κρατών παρουσιάζουν εξασθένηση, γεγονός που καθιστά ακριβότερες τις εισαγωγές καυσίμων και τροφίμων. Ταυτόχρονα, το κόστος δανεισμού στις διεθνείς αγορές αυξάνεται, δυσχεραίνοντας την άντληση κεφαλαίων για τα κράτη που έχουν ανάγκη. Στην Αφρική, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν κατά 0,64 ποσοστιαίες μονάδες μετά την πρόσφατη κλιμάκωση, ενώ στην αναπτυσσόμενη Ασία η αύξηση ανήλθε σε 0,70 ποσοστιαίες μονάδες.
Κίνδυνος κρίσης χρέους για τις ευάλωτες οικονομίες
Οι επιπτώσεις είναι εντονότερες στις οικονομικά ευάλωτες χώρες. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν το κόστος εισαγωγών, ενώ τα ασθενέστερα τοπικά νομίσματα επιτείνουν τις πιέσεις στην αγοραστική δύναμη. Οι περιορισμένες δημοσιονομικές συνθήκες μειώνουν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να απορροφήσουν τους κραδασμούς από τις διεθνείς αγορές. Περίπου 3,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε χώρες που δαπανούν ήδη περισσότερα κεφάλαια για την εξυπηρέτηση του χρέους παρά για την υγεία ή την εκπαίδευση. Η UNCTAD επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη διαταραχή των ενεργειακών ροών και η σύσφιξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ενισχύουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης κρίσης χρέους.



