Σε λειτουργία τέθηκε το ψηφιακό σύστημα Entry/Exit System (EES) στις 10 Απριλίου 2026, επιβάλλοντας την υποχρεωτική βιομετρική καταγραφή για όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών που εισέρχονται ή εξέρχονται από τη ζώνη Σένγκεν. Η καθολική ενεργοποίηση του μηχανισμού σε 29 ευρωπαϊκά κράτη τερματίζει τη διαδικασία της χειροκίνητης σφράγισης των διαβατηρίων, αντικαθιστώντας την με τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφίας προσώπου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφαρμόζει το νέο πλαίσιο για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων και την ακριβή παρακολούθηση της παραμονής των επισκεπτών. Η διαδικασία αφορά σύντομες διαμονές έως 90 ημέρες εντός περιόδου 180 ημερών για ταξιδιώτες που δεν διαθέτουν ευρωπαϊκή υπηκοότητα ή άδεια παραμονής.
Το σύστημα καλύπτει όλα τα εξωτερικά σύνορα των 25 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξαιρουμένης της Κύπρου και της Ιρλανδίας, καθώς και της Νορβηγίας, της Ελβετίας, της Ισλανδίας και του Λιχτενστάιν. Οι ταξιδιώτες υποβάλλονται σε έλεγχο σε κάθε σημείο διέλευσης, είτε πρόκειται για αεροδρόμιο, λιμάνι ή χερσαίο σταθμό. Η μετάβαση στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα ξεκίνησε σταδιακά από τον Οκτώβριο του 2025, προκειμένου να ολοκληρωθεί η εγκατάσταση του απαραίτητου εξοπλισμού σε όλα τα σημεία εισόδου. Η πλήρης λειτουργικότητα εξασφαλίζει πλέον την ταυτόχρονη ενημέρωση των βάσεων δεδομένων της Europol και των εθνικών υπηρεσιών ασφαλείας, αυτοματοποιώντας τους ελέγχους σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια.
Προδιαγραφές καταγραφής βιομετρικών στοιχείων στα σημεία ελέγχου
Η διαδικασία εγγραφής απαιτεί από τους επισκέπτες την παροχή προσωπικών δεδομένων σε ειδικά ψηφιακά κιόσκια κατά την πρώτη τους είσοδο στη ζώνη Σένγκεν μετά την εφαρμογή του μέτρου. Οι αξιωματικοί των συνόρων συλλέγουν τέσσερα δακτυλικά αποτυπώματα και μια ψηφιακή φωτογραφία προσώπου, δημιουργώντας ένα μοναδικό αρχείο για κάθε ταξιδιώτη. Το βιομετρικό προφίλ παραμένει αποθηκευμένο στο κεντρικό σύστημα για διάστημα τριών ετών ή μέχρι τη λήξη του διαβατηρίου, επιτρέποντας την επαλήθευση των στοιχείων σε επόμενα ταξίδια. Σε περίπτωση άρνησης παροχής των στοιχείων αυτών, οι αρχές απαγορεύουν την είσοδο στην επικράτεια της Σένγκεν, σύμφωνα με τους κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία του συστήματος.
Ορισμένες κατηγορίες ταξιδιωτών εξαιρούνται από την υποχρέωση παροχής βιομετρικών στοιχείων, όπως τα παιδιά κάτω των 12 ετών και οι κάτοχοι διπλωματικών διαβατηρίων. Η ρύθμιση δεν αφορά πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κατόχους αδειών μακράς διαμονής και ειδικών θεωρήσεων που έχουν εκδοθεί από κράτη μέλη. Το σύστημα EES υπολογίζει αυτόματα τις ημέρες παραμονής κάθε ατόμου, εντοπίζοντας περιπτώσεις υπέρβασης του επιτρεπόμενου ορίου των 90 ημερών χωρίς την ανάγκη ελέγχου των σφραγίδων. Η αυτοματοποίηση αυτή αντικαθιστά τον παραδοσιακό έλεγχο από τους συνοριοφύλακες, στοχεύοντας στον περιορισμό της παράνομης παραμονής και στην ενίσχυση της ταυτοποίησης μέσω της χρήσης τεχνολογιών βιομετρικής αναγνώρισης.
Εφαρμογή συστήματος EES σε σταθμούς και λιμάνια
Στα σημεία ελέγχου με κοινά σύνορα, όπως το λιμάνι του Dover, ο σταθμός London St Pancras και η σήραγγα της Μάγχης, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται πριν από την επιβίβαση στο βρετανικό έδαφος. Οι αρχές διαχείρισης των σταθμών αυτών έχουν εγκαταστήσει σταθμούς αυτοεξυπηρέτησης για την επεξεργασία των επιβατών, ενώ έχουν δημιουργηθεί ειδικές ζώνες για τη διαχείριση της ροής των οχημάτων. Οι υποδομές είναι πλέον λειτουργικές για τους επιβάτες τρένων και πλοίων, μετά την ολοκλήρωση των δοκιμών σε πραγματικές συνθήκες κίνησης. Οι λιμενικές αρχές έχουν επεκτείνει τους χώρους ελέγχου για να διευκολύνουν τη ροή των διεθνών μεταφορών στο πλαίσιο των νέων απαιτήσεων καταγραφής.
Η πλήρης ενεργοποίηση του EES αποτελεί το πρώτο στάδιο μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης της ευρωπαϊκής συνοριακής πολιτικής, η οποία θα ολοκληρωθεί με την εισαγωγή του ETIAS στα τέλη του 2026. Το σύστημα ETIAS θα απαιτεί από τους ταξιδιώτες που δεν χρειάζονται βίζα να υποβάλουν ηλεκτρονική αίτηση και να καταβάλουν τέλος 20 ευρώ πριν από την αναχώρησή τους. Τα βιομετρικά δεδομένα που συλλέγονται μέσω του EES θα διασταυρώνονται με τις εγκρίσεις του ETIAS, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο ψηφιακού ελέγχου. Ο στόχος του μετασχηματισμού είναι ο εκσυγχρονισμός των συνοριακών διελεύσεων και η διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας της Ευρώπης μέσω της κεντρικής διαχείρισης των ταξιδιωτικών πληροφοριών.



