Πιέσεις στη ζήτηση και σημαντική αύξηση του λειτουργικού κόστους προκαλεί η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή στις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα ευρήματα έρευνας του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ). Η μελέτη, η οποία διεξήχθη από το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ), βασίστηκε σε δείγμα 105 μελών που καλύπτουν τη βιομηχανία, τον αγροδιατροφικό τομέα, τα δομικά υλικά και τις υπηρεσίες logistics. Τα δεδομένα αποκαλύπτουν πως το 31,4% των συμμετεχόντων παρουσιάζει υψηλή εξαγωγική ένταση που υπερβαίνει το 75% του κύκλου εργασιών τους, ενώ η πλειονότητα των επιχειρήσεων κατατάσσεται στις μεσαίες και μικρές κατηγορίες βάσει του αριθμού των εργαζομένων τους.
Στο ερωτηματολόγιο ανταποκρίθηκαν συνολικά 105 μέλη, τα οποία προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα κλάδων, με κυρίαρχη τη βιομηχανία σε ποσοστό 49,5% και τον αγροδιατροφικό τομέα σε ποσοστό 20,0%. Συμμετείχαν επίσης επιχειρήσεις από τους κλάδους των χημικών, των δομικών υλικών, των υπηρεσιών και των μεταφορών. Ως προς το μέγεθος, το δείγμα αποτελείται κυρίως από μεσαίες επιχειρήσεις με 50 έως 249 εργαζόμενους, οι οποίες αντιστοιχούν στο 35,2% του συνόλου. Σημαντική είναι επίσης η συμμετοχή μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ οι πολύ μικρές μονάδες με λιγότερους από εννέα εργαζόμενους αποτελούν το 7,6% των συμμετεχόντων στην έρευνα του Ινστιτούτου.
Επιπτώσεις της κρίσης στη διεθνή ζήτηση προϊόντων
Η επίδραση της κρίσης στη ζήτηση είναι ήδη εμφανής σε σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων, με τις διαφοροποιήσεις ανά κλάδο να παραμένουν αισθητές. Στη βιομηχανία, το 57,7% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει μείωση ζήτησης ή ακυρώσεις παραγγελιών, με τις επιπτώσεις να αξιολογούνται ως μικρής και μέτριας έντασης από το 67,7% των ερωτηθέντων. Στον αγροδιατροφικό τομέα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που πλήττονται από την υποχώρηση της ζήτησης ανέρχεται στο 71,4%. Παρά την υψηλή συχνότητα εμφάνισης του φαινομένου, το 60,0% των επιχειρήσεων του κλάδου εκτιμά πως η ένταση των επιπτώσεων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζουν οι λοιποί κλάδοι και τα δομικά υλικά, όπου το ποσοστό των επιχειρήσεων που αναφέρει επιπτώσεις κυμαίνεται μεταξύ 55,6% και 60,0%. Στις υπηρεσίες και τις μεταφορές, το 66,7% των επιχειρήσεων δηλώνει μείωση της ζήτησης, ωστόσο δεν παρατηρούνται περιπτώσεις υψηλής έντασης. Συνολικά, η υποχώρηση των παραγγελιών αποτελεί μια πραγματικότητα που διατρέχει οριζόντια την ελληνική εξαγωγική δραστηριότητα, επηρεάζοντας τόσο την παραγωγική βάση όσο και τον τομέα των υπηρεσιών υποστήριξης. Οι επιχειρήσεις αξιολογούν τις συνέπειες αυτές ως διαχειρίσιμες αλλά ανησυχητικές για την πορεία των εσόδων τους εντός του τρέχοντος έτους.
Αύξηση λειτουργικού κόστους και προβλήματα εφοδιασμού
Οι συνέπειες της κρίσης εστιάζονται κυρίως στην αύξηση του κόστους, με το ενεργειακό και το μεταφορικό σκέλος να επιβαρύνουν σημαντικά τους προϋπολογισμούς. Στη βιομηχανία, το αυξημένο κόστος μεταφορών και η άνοδος των ενεργειακών τιμών αποτελούν τις κυριότερες πιέσεις για το 62,7% των επιχειρήσεων. Ακολουθούν οι καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και η αδυναμία προμήθειας πρώτων υλών, που συμπληρώνουν το κάδρο των προκλήσεων. Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι επιβαρύνσεις είναι ακόμη πιο συγκεντρωμένες, καθώς το 84,1% των αναφορών αφορά αποκλειστικά το κόστος μεταφορικών και ενέργειας, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους των εξαγωγέων τροφίμων και αγροτικών προϊόντων.
Στα δομικά υλικά, οι επιπτώσεις κατανέμονται ισομερώς μεταξύ ενέργειας, μεταφορών και καθυστερήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα, ενώ εμφανίζονται και προβλήματα στις πληρωμές. Ο κλάδος των μεταφορών και logistics καταγράφει επιβάρυνση 37,5% από το ενεργειακό κόστος, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει δυσκολίες στην παραγωγική δραστηριότητα. Η άνοδος των τιμών ενέργειας επηρεάζει οριζόντια όλες τις δραστηριότητες, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αβεβαιότητας ως προς τη διαμόρφωση της τελικής τιμής των προϊόντων. Οι καθυστερήσεις στην παράδοση εμπορευμάτων προσθέτουν επιπλέον πολυπλοκότητα στη διαχείριση των διεθνών συμβολαίων, καθιστώντας τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων εξαιρετικά δυσχερή υπό τις παρούσες γεωπολιτικές συνθήκες.
Εξαγωγική παρουσία και στρατηγικές αντίδρασης επιχειρήσεων
Η εξαγωγική παρουσία των επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή εμφανίζει διαφοροποιήσεις, με τον κλάδο των δομικών υλικών να καταγράφει την υψηλότερη διείσδυση σε ποσοστό 80,0%. Αντιθέτως, στη βιομηχανία η δραστηριοποίηση ανέρχεται στο 61,5%, με την πλειονότητα να διατηρεί περιορισμένη έκθεση κάτω του 10% των συνολικών εξαγωγών. Στον αγροδιατροφικό τομέα, λιγότερες από τις μισές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη συγκεκριμένη περιοχή, με την εξάρτηση να παραμένει χαμηλή. Τα στοιχεία αυτά φανερώνουν ότι, αν και η περιοχή είναι σημαντική, δεν αποτελεί τον κύριο προορισμό για το σύνολο της ελληνικής εξαγωγικής βάσης, γεγονός που μετριάζει την άμεση έκθεση σε κινδύνους.
Οι στρατηγικές αντίδρασης των επιχειρήσεων επικεντρώνονται στην αύξηση των τιμών και στην αναζήτηση εναλλακτικών αγορών για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Στη βιομηχανία και τον αγροδιατροφικό τομέα, η αύξηση των τιμών αποτελεί την κυρίαρχη επιλογή για σχεδόν τις μισές επιχειρήσεις, ενώ η στροφή σε νέες γεωγραφικές περιοχές ακολουθεί με ποσοστά άνω του 36,0%. Ο κλάδος των μεταφορών προχωρά σε καθολική αύξηση τιμών για να αντισταθμίσει τα λειτουργικά βάρη. Η διαφοροποίηση προϊόντων και η αναζήτηση νέων πελατών αποτελούν βασικά εργαλεία για την απορρόφηση των κραδασμών, ενώ η μείωση της εξαγωγικής δραστηριότητας εξετάζεται μόνο από μια μικρή μειοψηφία επιχειρήσεων.
Προβλέψεις εξαμήνου και αιτήματα κρατικής υποστήριξης
Οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη της κατάστασης το επόμενο εξάμηνο του 2026 αποκαλύπτουν αυξημένη ανησυχία, με το 46,2% των βιομηχανιών να αναμένει σημαντική επιδείνωση των επιπτώσεων. Στον αγροδιατροφικό τομέα οι προβλέψεις είναι πιο μοιρασμένες, ωστόσο η τάση παραμένει προς τη μεριά της επιδείνωσης ή της σταθερότητας σε δυσμενή επίπεδα. Οι επιχειρήσεις logistics εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό απαισιοδοξίας, με το ένα τρίτο αυτών να αναμένει πολύ σοβαρή επίδραση στις δραστηριότητές του. Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή τροφοδοτεί τις αρνητικές προβλέψεις, οδηγώντας τα στελέχη των επιχειρήσεων σε αναθεώρηση των επιχειρηματικών τους πλάνων.
Σχεδόν καθολικό είναι το αίτημα των επιχειρήσεων για τη λήψη πρόσθετων μέτρων στήριξης από την Πολιτεία, με προτεραιότητα τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Στη βιομηχανία, το 96,2% των μελών ζητά παρεμβάσεις, εστιάζοντας στην επιδότηση μεταφορών, τη διευκόλυνση των εξαγωγών και την ενίσχυση της ρευστότητας. Στον αγροδιατροφικό τομέα και τα δομικά υλικά, η ανάγκη για μέτρα στήριξης κρίνεται επιτακτική από το σύνολο σχεδόν των ερωτηθέντων. Η στήριξη για την είσοδο σε νέες αγορές αναδεικνύεται επίσης ως κρίσιμος παράγοντας για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία λόγω των γεωπολιτικών συγκρούσεων.
Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, επισημαίνει ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης. Ο ίδιος προσθέτει πως, αν και η άμεση έκθεση στη Μέση Ανατολή δεν είναι υψηλή για το σύνολο των επιχειρήσεων, οι έμμεσες επιπτώσεις μέσω του κόστους ενέργειας και μεταφορών είναι ήδη σημαντικές και αναμένεται να ενταθούν. Καταλήγοντας, ο κύριος Διαμαντίδης τονίζει την ανάγκη για άμεσα και στοχευμένα μέτρα στήριξης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα των ελληνικών εξαγωγών στη δύσκολη αυτή συγκυρία.



