Σε πιο εύθραυστη φάση εισέρχεται η παγκόσμια οικονομία το 2026, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις ασκούν πίεση στο εμπόριο, στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στις χρηματοδοτικές συνθήκες, όπως προειδοποιεί η UNCTAD στην έκθεση «Trade and Development Foresights 2026: Global economy faces a geopolitical challenge». Ο οργανισμός προβλέπει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 2,6% το 2026, από 2,9% το 2025, καθώς η αβεβαιότητα επηρεάζει τις επενδύσεις, τη ζήτηση και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Η έκθεση αναφέρει ότι η παγκόσμια οικονομία ξεκίνησε το έτος με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από την αναμενόμενη, στηριζόμενη στο εμπόριο, στην επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής στις αναπτυσσόμενες οικονομίες και στις επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η εικόνα άλλαξε μετά την ένταση των γεωπολιτικών πιέσεων στα τέλη Φεβρουαρίου και στις αρχές Μαρτίου 2026, με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή να επηρεάζει τις ενεργειακές αγορές, τις χρηματοοικονομικές συνθήκες και βασικές θαλάσσιες οδούς, μεταξύ των οποίων και τα Στενά του Ορμούζ.
Η γεωπολιτική γίνεται κύριος οικονομικός κίνδυνος
Η UNCTAD περιγράφει μετατόπιση του βασικού κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία. Ενώ το 2025 η αβεβαιότητα συνδεόταν κυρίως με την εμπορική πολιτική, στις αρχές του 2026 οι γεωπολιτικές εντάσεις αναδείχθηκαν σε κεντρική πηγή αστάθειας. Η έκθεση σημειώνει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις διεθνώς έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας τις πιέσεις σε μια οικονομία που είχε ήδη περάσει από διαδοχικά σοκ στην εφοδιαστική αλυσίδα και στον πληθωρισμό.
Η επίδραση εμφανίστηκε άμεσα στις αγορές ενέργειας και χρηματοδότησης. Μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 60%, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου υπερδιπλασιάστηκαν. Παράλληλα, η μεταβλητότητα ενισχύθηκε στις αγορές ομολόγων, μετοχών και συναλλάγματος. Για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι πιέσεις αυτές μεταφράζονται σε υψηλότερους λογαριασμούς για καύσιμα, τρόφιμα και λιπάσματα, αλλά και σε ασθενέστερα νομίσματα, αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης και πιο επιφυλακτική στάση των επενδυτών.
Το εμπόριο AI καλύπτει ευρύτερη επιβράδυνση
Το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών παρέμεινε σχετικά ισχυρό στην αρχή του 2026, όμως η UNCTAD επισημαίνει ότι η δυναμική συγκεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό σε προϊόντα που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, όπως ημιαγωγοί, servers και εξοπλισμός επεξεργασίας δεδομένων. Η εικόνα ήταν διαφορετική σε παραδοσιακούς κλάδους και σε τομείς που συνδέονται με εμπορεύματα, όπου η ανάπτυξη ήταν αισθητά πιο περιορισμένη. Για το 2026, η αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών αναμένεται να υποχωρήσει από 4,7% το 2025 σε εύρος μεταξύ 1,5% και 2,5%.
Στην αρχή του έτους, τα διαθέσιμα στοιχεία παρέμεναν ισχυρά σε ορισμένους δείκτες. Οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 20% τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Το παγκόσμιο αεροπορικό φορτίο αυξήθηκε κατά 7,2% τον Ιανουάριο και κατά 11,6% τον Φεβρουάριο, ενώ το θαλάσσιο φορτίο ενισχύθηκε κατά 5,3%. Ωστόσο, η UNCTAD συνδέει τη συνέχεια του outlook με τους κινδύνους στις θαλάσσιες μεταφορές, το κόστος ασφάλισης και τα αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου, ιδίως για φορτία πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι πιέσεις μεταφέρονται και στα τρόφιμα
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην επισιτιστική ασφάλεια, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τη διαθεσιμότητα και τις τιμές, αλλά και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν το κόστος των λιπασμάτων και ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα, ιδίως σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές καυσίμων, τροφίμων και βασικών αγροτικών εισροών. Η εικόνα επιβαρύνεται από τις αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες, οι οποίες περιορίζουν τα περιθώρια αντίδρασης κυβερνήσεων με ήδη αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης χρέους.
Κατά την UNCTAD, πιθανή χρηματοοικονομική πίεση σε μεγάλες εταιρείες εμπορίας τροφίμων θα μπορούσε να εντείνει τους κινδύνους για την επισιτιστική ασφάλεια, εάν οι διαταραχές συνεχιστούν. Ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ήδη λάβει μέτρα για τη διαχείριση του κόστους καυσίμων, την επέκταση αποθεμάτων ή τον περιορισμό τιμών, μεταξύ αυτών το Μπανγκλαντές, η Βραζιλία, η Αίγυπτος, η Αιθιοπία, η Ινδία, η Ινδονησία, το Μεξικό, το Πακιστάν, οι Φιλιππίνες, η Σρι Λάνκα, η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ.
Η καθαρή ενέργεια ως οικονομική ασφάλεια
Παρά τους αυξημένους κινδύνους, η UNCTAD υποστηρίζει ότι το περιβάλλον αυτό ενισχύει την ανάγκη για επενδύσεις σε ανθεκτικότητα, καθαρή ενέργεια και κρίσιμες τεχνολογίες. Η έκθεση αναφέρει ότι, το 2024, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ήταν φθηνότερες από τη φθηνότερη νέα επιλογή ορυκτών καυσίμων στο 91% των νέων έργων ηλεκτροπαραγωγής μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο, οι επενδύσεις παραμένουν άνισα κατανεμημένες, περιορίζοντας τη δυνατότητα πολλών αναπτυσσόμενων οικονομιών να μειώσουν την έκθεσή τους σε ενεργειακά και γεωπολιτικά σοκ.
Το παράδειγμα της Αφρικής είναι χαρακτηριστικό της ανισορροπίας που περιγράφει η έκθεση: η ήπειρος διαθέτει το 60% των καλύτερων ηλιακών πόρων παγκοσμίως, αλλά έλαβε μόλις το 2% των παγκόσμιων επενδύσεων σε καθαρή ενέργεια το 2024. Η UNCTAD ζητά ισχυρότερη διεθνή συνεργασία, πιο προβλέψιμες εμπορικές συνθήκες, μεγαλύτερες χρηματοδοτικές δικλίδες ασφαλείας για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και ταχύτερες επενδύσεις σε οικονομικά προσιτή καθαρή ενέργεια. Στο ίδιο πλαίσιο, συνδέει την παραγωγή κρίσιμων βιομηχανικών εξαρτημάτων, όπως chips, μπαταρίες και ηλεκτρικοί κινητήρες, με τη μείωση της ευαλωτότητας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.




