Με αφορμή την Πανελλήνια Έρευνα για την Υγεία & Ασφάλεια στην Εργασία 2026, που υλοποιεί η GEP σε συνεργασία με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ο Γιώργος Λαμπρινός, CEO της GEP, μιλά στο BizNow.gr για την ανάγκη μιας πιο συστηματικής, επιστημονικά τεκμηριωμένης και αντιπροσωπευτικής αποτύπωσης της Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία, στην Ελλάδα.
Η έρευνα εξετάζει τις πρακτικές, τις αντιλήψεις, τα εμπόδια και τις ανάγκες που σχετίζονται με την ΥΑΕ σε επιχειρήσεις και οργανισμούς στη χώρα, μέσα από τις εμπειρίες και τις απόψεις εργαζομένων, στελεχών και εργοδοτών. Η συμμετοχή είναι εθελοντική και ανώνυμη, η συμπλήρωση του ερωτηματολογίου διαρκεί λιγότερο από 10 λεπτά, ενώ τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για ερευνητικούς και στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με τον GDPR και την ελληνική νομοθεσία.
Ο κ. Λαμπρινός στέκεται ιδιαίτερα στη μετάβαση από την τυπική συμμόρφωση στην ουσιαστική πρόληψη, επισημαίνοντας ότι οι επιχειρήσεις χρειάζονται μια καθαρή και χαρτογραφημένη εικόνα της πραγματικότητας στους χώρους εργασίας. Όπως σημειώνει, στόχος είναι τα ευρήματα της έρευνας να λειτουργήσουν ως εργαλείο γνώσης και λήψης αποφάσεων για επιχειρήσεις, φορείς και Πολιτεία.
Η Πανελλήνια Έρευνα για την Υγεία & Ασφάλεια στην Εργασία 2026 επιχειρεί να μετατρέψει την εμπειρία των ανθρώπων της εργασίας σε γνώση και τη γνώση σε πρακτικό εργαλείο για πιο ασφαλείς, πιο υγιείς και πιο αποτελεσματικούς χώρους εργασίας στην Ελλάδα.
Η GEP έχει ξεκινήσει την Πανελλήνια Έρευνα για την Υγεία & Ασφάλεια στην Εργασία 2026, σε συνεργασία με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ποιο είναι το βασικό κενό που επιχειρεί να καλύψει αυτή η πρωτοβουλία στην ελληνική αγορά εργασίας και γιατί θεωρείτε ότι χρειάζεται σήμερα μια πιο συστηματική αποτύπωση της πραγματικής εικόνας;
Το βασικό κενό που ερχόμαστε να καλύψουμε είναι η έλλειψη πρωτογενών, συστηματικών και επιστημονικά τεκμηριωμένων δεδομένων γύρω από την πραγματική κατάσταση της Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία (ΥΑΕ) στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα, η συζήτηση βασίζεται συχνά σε αποσπασματικές καταγραφές ή σε εμπειρικές εκτιμήσεις. Ως ηγέτιδα εταιρεία στον κλάδο, η GEP πήρε τη θεσμική πρωτοβουλία να ενώσει τις δυνάμεις της με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, έναν κορυφαίο ακαδημαϊκό φορέα, για να αποτυπώσουμε τις τάσεις, τις προκλήσεις, τις ελλείψεις αλλά και τις καλές πρακτικές της ελληνικής εργασιακής πραγματικότητας. Σήμερα, σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία λόγω του ψηφιακού μετασχηματισμού, των αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας, των αυξανόμενων απαιτήσεων συμμόρφωσης και των νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού τους, δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε το μέλλον με εργαλεία του παρελθόντος. Χρειαζόμαστε μια καθαρή, χαρτογραφημένη αποτύπωση της πραγματικότητας για να περάσουμε από την απλή συμμόρφωση με τον νόμο στην ουσιαστική πρόληψη και τη στρατηγική θωράκιση των επιχειρήσεων.
Μέσα από την έρευνα θέλετε να καταγράψετε πρακτικές, αντιλήψεις, εμπόδια και ανάγκες γύρω από την Υγεία & Ασφάλεια στην Εργασία. Ποια ζητήματα θεωρείτε ότι παραμένουν σήμερα λιγότερο ορατά, παρότι επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα εργαζομένων, στελεχών και επιχειρήσεων;
Η Υγεία και η Ασφάλεια στην Εργασία δεν αφορά μόνο την τήρηση διαδικασιών ή την αποφυγή ατυχημάτων. Υπάρχουν σημαντικές παράμετροι που συχνά παραμένουν λιγότερο ορατές, όπως ο βαθμός ενσωμάτωσης της κουλτούρας πρόληψης στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, η πραγματική συμμετοχή των εργαζομένων σε θέματα ΥΑΕ, η επάρκεια εκπαίδευσης και ενημέρωσης, αλλά και η αντίληψη που υπάρχει για την αξία της πρόληψης σε όλα τα επίπεδα ενός οργανισμού.
Παράλληλα, συχνά διαπιστώνουμε αποκλίσεις μεταξύ των πολιτικών που σχεδιάζονται και του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζονται στην πράξη. Η έρευνα φιλοδοξεί να αποτυπώσει αυτές τις πραγματικές εμπειρίες, να αναδείξει καλές πρακτικές αλλά και εμπόδια που δυσκολεύουν την αποτελεσματική εφαρμογή της Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία. Μόνο όταν κατανοήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει στους χώρους εργασίας μπορούμε να σχεδιάσουμε παρεμβάσεις με ουσιαστικό αντίκτυπο.
Έχετε θέσει ως στόχο τη συγκέντρωση πολυάριθμων συμμετοχών από εργαζομένους, στελέχη και εργοδότες. Γιατί έχει σημασία η ευρεία συμμετοχή και τι θα λέγατε σε κάποιον που σκέφτεται να αφιερώσει λίγα λεπτά για να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο;
Η έρευνα αυτή δεν ανήκει στη GEP ούτε στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ανήκει σε όλους όσοι εργάζονται, διοικούν ή επιχειρούν στην Ελλάδα.
Για πρώτη φορά επιχειρούμε να δημιουργήσουμε έναν αξιόπιστο χάρτη της Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία στη χώρα μας. Για να είναι όμως αυτός ο χάρτης πραγματικός, χρειάζεται τη συμμετοχή των ανθρώπων που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την καθημερινότητα των χώρων εργασίας.
Θα καλούσα λοιπόν κάθε εργαζόμενο, στέλεχος και εργοδότη να αφιερώσει λίγα λεπτά για να συμμετάσχει. Είναι μια μικρή επένδυση χρόνου που μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση καλύτερων, ασφαλέστερων και πιο αποτελεσματικών χώρων εργασίας για όλους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας αναμένεται να αποτελέσουν βάση για θεσμικό διάλογο, στοχευμένες πολιτικές και ενίσχυση της κουλτούρας πρόληψης. Πώς θέλετε να αξιοποιηθούν πρακτικά τα ευρήματα την επόμενη ημέρα, τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τους φορείς που διαμορφώνουν πολιτικές για την εργασία;
Αυτός είναι και ο πραγματικός σκοπός της πρωτοβουλίας μας. Δεν θέλουμε τα ευρήματα να αποτελέσουν απλώς ένα ακόμη ερευνητικό αποτέλεσμα, αλλά να μετατραπούν σε εργαλείο γνώσης και λήψης αποφάσεων για όλους τους εμπλεκόμενους.
Για την Πολιτεία και τους θεσμικούς φορείς, η έρευνα μπορεί να προσφέρει μια αξιόπιστη και αντικειμενική βάση για τον σχεδιασμό πολιτικών και δράσεων που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Για τις επιχειρήσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς, βοηθώντας τις να κατανοήσουν καλύτερα το επίπεδο ωριμότητας των πρακτικών τους, να εντοπίσουν ευκαιρίες βελτίωσης και να ενισχύσουν την κουλτούρα πρόληψης.
Φιλοδοξία μας είναι να δημιουργήσουμε έναν εθνικό δείκτη αναφοράς για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία στην Ελλάδα, ώστε ο δημόσιος διάλογος, οι επιχειρηματικές αποφάσεις και οι θεσμικές παρεμβάσεις να βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε υποθέσεις.



