Στο εργοστάσιο της United States Radium Corporation, στο Orange του New Jersey, οι νεαρές εργάτριες βάφουν τους αριθμούς και τους δείκτες σε φωσφορίζοντα καντράν ρολογιών. Πληρώνονται με το κομμάτι και επαναλαμβάνουν την ίδια κίνηση αμέτρητες φορές: φέρνουν το πινέλο στα χείλη για να του δώσουν λεπτή άκρη, το βουτούν στη βαφή και επιστρέφουν στο καντράν. Στο εργοστάσιο η πρακτική έχει όνομα: «lip, dip, paint».
Η βαφή είναι πάστα ραδίου και θειούχου ψευδαργύρου. Με κάθε επανάληψη, μια ελάχιστη ποσότητα περνά στο σώμα των γυναικών. Η ποσότητα μοιάζει ασήμαντη, όμως η κίνηση επαναλαμβάνεται εκατοντάδες φορές σε κάθε βάρδια. Από αυτή τη συνηθισμένη διαδικασία αρχίζει η ιστορία των «ραδιενεργών κοριτσιών» (Radium Girls): μια τεχνολογία που πουλήθηκε ως θαύμα, ένα επιχειρηματικό μοντέλο που επιβράβευε την ταχύτητα και ένας κίνδυνος που δεν γινόταν γνωστός στις εργαζόμενες.
Η εμπορική άνοδος του ραδίου και η αγορά των φωσφοριζόντων ρολογιών
Η εμπορική πορεία του ραδίου ξεκίνησε μέσα σε κλίμα επιστημονικού θαυμασμού. Η Μαρί και ο Πιερ Κιουρί, οι Γάλλοι φυσικοί που το απομόνωσαν το 1898, συνέδεσαν το νέο στοιχείο με τις πρώτες ελπίδες για ιατρικές εφαρμογές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κοιτάσματα καρνοτίτη -ραδιενεργού ορυκτού ουρανίου και βαναδίου- στο Κολοράντο και στη Γιούτα, τροφοδότησαν μια εξαιρετικά ακριβή παραγωγή. Το 1913, ένα γραμμάριο ραδίου κόστιζε περίπου 120.000 δολάρια.
Η υψηλή τιμή συνυπήρξε με μια αγορά γεμάτη υποσχέσεις. Το ράδιο εμφανίστηκε σε ραδιενεργό νερό, καλλυντικά, σαπούνια και άλλα καταναλωτικά προϊόντα, με διαφημίσεις που περιείχαν αναφορές για ζωτικότητα και αναζωογόνηση. Για τις επιχειρήσεις, όμως, το βασικό προϊόν προέκυψε από τη σύνδεσή του με τον θειούχο ψευδάργυρο: μια φωσφορίζουσα βαφή για όργανα και ρολόγια. Ο Γουίλιαμ Τζ. Χάμερ, ηλεκτρολόγος μηχανικός και συνεργάτης του Τόμας Έντισον, συνέλαβε την ιδέα το 1902. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τής έδωσε αγορά και επείγοντα χαρακτήρα.
Στα χαρακώματα και στα πιλοτήρια, η δυνατότητα ανάγνωσης ενός καντράν στο σκοτάδι είχε μεγάλη στρατιωτική αξία. Το 1918, το 95% του ραδίου που παραγόταν στις ΗΠΑ κατευθυνόταν σε φωσφορίζουσα βαφή για στρατιωτική χρήση. Μετά το τέλος του πολέμου, τα στρατιωτικά συμβόλαια συρρικνώθηκαν. Η United States Radium Corporation (USRC), με το εμπορικό σήμα «Undark», και άλλες εταιρείες, μετέφεραν την τεχνολογία στην καταναλωτική αγορά. Η αλυσίδα ήταν ήδη έτοιμη: πρώτες ύλες, χημεία, παραγγελίες και εργοστασιακή παραγωγή.
Οι ζωγράφοι καντράν και η πρακτική «lip, dip, paint»
Η USRC στο Orange και η Radium Dial στην Ottawa του Illinois προσέλαβαν κυρίως νεαρές γυναίκες, αρκετές από εργατικές ή μεταναστευτικές οικογένειες. Η δουλειά παρουσιαζόταν ως καθαρή, ελαφριά και καλοπληρωμένη, σε αντίθεση με τη βαριά βιομηχανική εργασία και την οικιακή υπηρεσία. Με αμοιβή περίπου 1,5 σεντς ανά καντράν, οι γρηγορότερες μπορούσαν να βάφουν 250 έως 300 την ημέρα και να αποκτούν εισόδημα που ξεπερνούσε εκείνο πολλών άλλων θέσεων.
Ο τρόπος οργάνωσης της δουλειάς μετέτρεπε την αξία σε έκθεση. Η πληρωμή με το κομμάτι συνέδεε την αποτελεσματικότητα με το εισόδημα, ενώ η εταιρική εκπαίδευση συνέδεε τη βιασύνη με την κατάποση της βαφής. Η πρακτική «lip, dip, paint» διατηρούσε μυτερό το πινέλο και περιόριζε τη σπατάλη του ακριβού υλικού. Από το 1919, η USRC άρχισε να χρησιμοποιεί και Ράδιο-228, που ήταν φθηνότερο από το Ράδιο-226. Το χαμηλότερο κόστος αφορούσε την παραγωγή· η συνεχής έκθεση παρέμενε επικίνδυνη.
Η κουλτούρα του εργοστασίου έδινε στη λάμψη κοινωνική σημασία. Οι εργάτριες έβαφαν μερικές φορές νύχια, δόντια ή βλέφαρα για να βγουν και να διασκεδάσουν. Οι τοπικές κοινότητες τις αποκαλούσαν «ghost girls», επειδή η σκόνη είχε κολλήσει στα ρούχα, στα μαλλιά και στο δέρμα τους. Η εικόνα έμοιαζε με διαφήμιση της προόδου. Στην πραγματικότητα, η επιτυχία του προϊόντος στηριζόταν στη μεταφορά του κινδύνου από την επιχείρηση στο εργατικό δυναμικό.
Η USRC, οι προειδοποιήσεις και η απόκρυψη των κινδύνων
Μέσα στο εργοστάσιο ίσχυαν δύο καθεστώτα ασφαλείας. Οι ζωγράφοι καντράν εργάζονταν χωρίς προστατευτικό εξοπλισμό και λάμβαναν διαβεβαιώσεις ότι η βαφή ήταν ασφαλής, ακόμη και ωφέλιμη. Οι χημικοί και οι επιστήμονες της USRC, αντίθετα, χρησιμοποιούσαν μολύβδινα παραβάν και ποδιές, μάσκες και λαβίδες. Ο Σάμπιν Άρνολντ φον Σοτσόκι, χημικός, εφευρέτης της φωσφορίζουσας βαφής και ιδρυτής της USRC, είχε γράψει το 1921 ότι ο χειρισμός του ραδίου απαιτούσε τις μεγαλύτερες προφυλάξεις. Η γνώση υπήρχε μέσα στην επιχείρηση· η πρόσβαση σε αυτήν είχε σύνορα.
Όταν οι πρώτες εργάτριες άρχισαν να εμφανίζουν πόνους, προβλήματα στα δόντια και στη γνάθο, η διαχείριση του κινδύνου μετατράπηκε σε διαχείριση ευθύνης. Η USRC ανέθεσε έρευνα στον Σέσιλ Ντρίνκερ, φυσιολόγο και ειδικό στη βιομηχανική υγιεινή στο Χάρβαρντ. Τα ευρήματά του συνέδεαν την έκθεση με τις ασθένειες. Ο Άρθουρ Ρέντερ, πρόεδρος της εταιρείας, αμφισβήτησε το αποτέλεσμα, απείλησε με προσφυγές και κατέθεσε στις αρχές του New Jersey αλλοιωμένη εκδοχή της έκθεσης, που παρουσίαζε τις γυναίκες ως υγιείς.
Η Άλις Χάμιλτον, γιατρός και πρωτοπόρος της ιατρικής της εργασίας, εντόπισε την παραποίηση μέσω επαφής της στη National Consumers League. Οι ερευνητές προχώρησαν στη δημοσίευση της αυθεντικής έκθεσης και η Φλόρενς Κέλι, γενική γραμματέας της National Consumers League, έφερε την υπόθεση στον Τύπο. Το θέμα απέκτησε σύντομα ευρύτερο βάρος: αφορούσε την ακεραιότητα των στοιχείων, την ενημέρωση των εργαζομένων και το κατά πόσο μια διοίκηση μπορεί να επιλέγει ποια εκδοχή της επιστήμης θα φτάσει στον ρυθμιστή.
Η ιατρική έρευνα, οι εκταφές και οι δικαστικές μάχες
Ο Χάρισον Μάρτλαντ, ιατροδικαστής παθολόγος της κομητείας Essex, έστρεψε την έρευνα στο ίδιο το σώμα των γυναικών. Με ανάλυση ραδονίου στην εκπνοή και εξετάσεις που κατέγραφαν την ακτινοβολία, τεκμηρίωσε την παραμονή του ραδίου στα οστά. Το 1925 δημοσίευσε μελέτη για τους κινδύνους του χειρισμού ραδιενεργών ουσιών, συνδέοντας την κατάποση ραδίου με νέκρωση οστών και οστεοσαρκώματα.
Ο μηχανισμός εξηγεί τη μεγάλη καθυστέρηση της ζημιάς. Το ράδιο συμπεριφέρεται χημικά παρόμοια με το ασβέστιο και μπορεί να ενσωματωθεί στα οστά. Εκεί εκπέμπει ακτινοβολία δίπλα στους ιστούς του μυελού. Η έκθεση έτσι αποκτά διάρκεια. Τον Οκτώβριο του 1927, η εκταφή της Μόλι Μάτζια, πρώην ζωγράφου καντράν που είχε πεθάνει πέντε χρόνια νωρίτερα, έδωσε κρίσιμα ιατροδικαστικά ευρήματα και κατέρριψε την απόδοση της ασθένειάς της σε σύφιλη.
Στις 18 Μαΐου 1927, η Γκρέις Φράιερ, η Έντνα Χάσμαν, η Κάθριν Σάουμπ, η Κουίντα ΜακΝτόναλντ και η Αλμπίνα Λάρις -πέντε πρώην ζωγράφοι καντράν της USRC- μήνυσαν την εταιρεία ζητώντας αποζημίωση. Η USRC επικαλέστηκε παραγραφή, παρότι τα συμπτώματα είχαν εμφανιστεί χρόνια μετά την έκθεση. Σε ακρόαση τον Ιανουάριο του 1928, η κατάσταση της υγείας τους ήταν τόσο βαριά ώστε δύο γυναίκες παρέμεναν κλινήρεις. Η καθυστέρηση της δίκης μετατράπηκε σε ουσιαστικό πλεονέκτημα για την άμυνα.
Ο Γουόλτερ Λίπμαν, ένας από τους επιδραστικότερους Αμερικανούς δημοσιογράφους και αρθρογράφους της εποχής, και η National Consumers League, έκαναν την υπόθεση εθνικό θέμα. Υπό αυτή την πίεση, η USRC προχώρησε τον Ιούνιο του 1928 σε εξωδικαστικό συμβιβασμό: 10.000 δολάρια για κάθε γυναίκα, 600 δολάρια ετησίως και κάλυψη ιατρικών και δικαστικών εξόδων. Μια δεκαετία αργότερα, η Radium Dial στην Ottawa συνέχισε την ίδια πρακτική, παρά τον διεθνή αντίκτυπο της υπόθεσης του New Jersey. Η Μάργκαρετ «Πεγκ» Λούνεϊ, η Μαρί Μπέκερ και η Κάθριν Γουλφ Ντόναχιου, πρώην ζωγράφοι καντράν της εταιρείας, βρέθηκαν ανάμεσα στις γυναίκες που ασθένησαν. Οι δύο υποθέσεις ανέδειξαν ένα κεντρικό πρόβλημα για τις ασθένειες με μακρά λανθάνουσα περίοδο: η ζημιά μπορεί να έχει ήδη γίνει όταν ο εργαζόμενος καταλαβαίνει την αιτία της.
Η κληρονομιά στις μετρήσεις και στους τόπους της ρύπανσης
Οι επιζήσασες κατέληξαν, με επώδυνο τρόπο, να παράγουν τη γνώση που έλειπε όταν εργάζονταν. Ο Ρόμπλεϊ Έβανς, φυσικός του Massachusetts Institute of Technology, ανέπτυξε τεχνικές μέτρησης της εσωτερικής εναπόθεσης ραδίου, με ανάλυση της εκπνοής και μετρήσεις ολόκληρου σώματος. Το NBS Handbook 27 του 1941 συνέστηνε αλλαγή εργασίας όταν η εξέταση της εκπνοής έδειχνε εναπόθεση άνω των 0,1 μικρογραμμαρίων ραδίου. Η έρευνα αυτή συνέβαλε αργότερα στη διαμόρφωση προτύπων προστασίας για την εσωτερική έκθεση στο πλουτώνιο στο Πρόγραμμα Μανχάταν.
Από τη δεκαετία του 1960, το Argonne National Laboratory οργάνωσε μακρόχρονη μελέτη εργαζομένων ραδίου. Τα αρχεία της περιέλαβαν περισσότερους από 3.200 εργαζομένους, κατά 96% γυναίκες, και αργότερα μεταφέρθηκαν στο USTUR, τα United States Transuranium and Uranium Registries, του Washington State University. Η ιστορία των εργατριών απέκτησε έτσι και δεύτερη υπόσταση: έγινε βάση για τη μελέτη της χρόνιας εσωτερικής έκθεσης σε ακτινοβολία.
Στο Orange, όπου η USRC λειτουργούσε περίπου από το 1915 έως το 1926, η EPA αφαίρεσε από το 1997 135.000 τόνους μολυσμένου χώματος και υλικών από περίπου 250 ιδιοκτησίες. Στην Ottawa, η EPA καταγράφει 16 μολυσμένες περιοχές και το 2023 διέθεσε 90 εκατ. δολάρια για την ολοκλήρωση του καθαρισμού της τελευταίας.
Έναν αιώνα μετά, οι συνέπειες αυτής της παραγωγής παραμένουν ορατές σε τρία διαφορετικά αρχεία: στα δικαστικά έγγραφα των γυναικών, στα πρωτόκολλα ακτινοπροστασίας που ακολούθησαν και στα φορτηγά που απομακρύνουν ακόμη μολυσμένο χώμα από το Orange και την Ottawa. Η λάμψη των ρολογιών έσβησε γρήγορα. Το κόστος της, πολύ πιο αργά.
Περισσότερες πληροφορίες: Clark, Claudia, «Radium Girls: Women and Industrial Health Reform, 1910–1935» (1997), University of North Carolina Press. Moore, Kate, «The Radium Girls: The Dark Story of America’s Shining Women» (2017), Sourcebooks. Castle, William B., Katherine R. Drinker και Cecil K. Drinker, «Necrosis of the Jaw in Workers Employed in Applying a Luminous Paint Containing Radium» (1925), Journal of Industrial Hygiene. Martland, Harrison S., Philip Conlon και Joseph P. Knef, «Some Unrecognized Dangers in the Use and Handling of Radioactive Substances» (1925), Journal of the American Medical Association. National Bureau of Standards, «Safe Handling of Radioactive Luminous Compound» (1941), U.S. Department of Commerce. Harvard T.H. Chan School of Public Health, «Deadly occupation, forged report» (χ.χ.), Harvard University. Library of Congress, «Radium Girls: Living Dead Women» (2019), Library of Congress. Rowland, Robert E., «Radium in Humans: A Review of U.S. Studies» (1994), Argonne National Laboratory. U.S. Environmental Protection Agency, «EPA Cleans Up the U.S. Radium Site in Essex County» (2006), U.S. Environmental Protection Agency. U.S. Environmental Protection Agency, «EPA Highlights Bipartisan Infrastructure Law Funding for Cleanup of Legacy Contamination in Ottawa, Illinois» (2023), U.S. Environmental Protection Agency.



