Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) θέτει την περίοδο 2026–2028 ως το επόμενο τεστ για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της Ελλάδας, υποστηρίζοντας ότι η ισχυρή βελτίωση των τελευταίων ετών θα βρεθεί απέναντι σε τέσσερις ταυτόχρονες πιέσεις. Η μελέτη καταγράφει πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025 και δημόσιο χρέος 146,1% του ΑΕΠ, με πτωτική πορεία αλλά στο υψηλότερο επίπεδο της ΕΕ.
Η αποτίμηση του ΚΕΦΙΜ εστιάζει στη διατηρησιμότητα αυτής της εικόνας, καθώς η αποκλιμάκωση του χρέους συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, πληθωριστικά έσοδα και τους ευνοϊκούς όρους των δανείων EFSF και ESM. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει, σύμφωνα με τη μελέτη, ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα υποχωρήσει στο 3,4% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,2% το 2027, με την ενσωμάτωση του κόστους του επεκτατικού πακέτου.
Η μεταβολή στη χρηματοδότηση του χρέους
Η χώρα έχει απομακρυνθεί αισθητά από την εικόνα της κρίσης. Το χρέος, που είχε φθάσει στο 209% του ΑΕΠ το 2020, διαμορφώθηκε στο 146,1% το 2025, ενώ το spread του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έναντι του γερμανικού περιορίστηκε στις 77 μονάδες βάσης, από περίπου 2.100 μονάδες βάσης το 2012. Η μελέτη συνδέει τη βελτίωση και με την επιστροφή της χώρας σε επενδυτική βαθμίδα από τους οίκους S&P, Fitch, DBRS και Scope.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η δομή του χρέους: περίπου τα τρία τέταρτα κατέχονται από επίσημους πιστωτές, κυρίως EFSF και ESM, με μέσο επιτόκιο κοντά στο 1,5% και μέσο ορίζοντα λήξης περίπου 19 έτη. Η πρόωρη αποπληρωμή δανείων GLF ύψους 7,9 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2024 ενίσχυσε, κατά την ανάλυση, την αξιοπιστία της χώρας, αλλά επιταχύνει και την υποκατάσταση προνομιακών δανείων με ομόλογα της αγοράς. Τα ομόλογα αυτά αντιστοιχούσαν σε περίπου 28% του συνολικού χρέους, από 15% το 2017. Η εκτίμηση της μελέτης, μέσω γραμμικής προέκτασης και όχι επίσημης πρόβλεψης, θέλει το ποσοστό να μπορεί να υπερβεί το 40% έως το 2030.
Τράπεζες και οι τέσσερις πιέσεις
Η εξυγίανση των τραπεζών αποτελεί δεύτερο βασικό στοιχείο της βελτίωσης. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν από 49,1% το 2016 σε 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025 και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες επανεκκίνησαν τη διανομή μερισμάτων το 2024, για πρώτη φορά από το 2008. Η μελέτη εντοπίζει όμως έναν εναπομείναντα δεσμό με τα δημόσια οικονομικά: οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις αντιστοιχούν στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων τραπεζών. Σε ενδεχόμενη δημοσιονομική επιδείνωση, εκτιμά ότι οι πιέσεις στους ισολογισμούς και στον προϋπολογισμό μπορούν να ενισχυθούν αμφίδρομα.
Πρώτη πίεση αποτελεί, σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τον Αύγουστο του 2026. Η μελέτη αναφέρει ότι η Ελλάδα έχει λάβει 24,6 δισ. ευρώ, ή 68,5% της κατανομής των 35,95 δισ. ευρώ. Οι ροές αυτές συνέβαλαν κατ’ εκτίμηση 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης και η μελέτη παραπέμπει σε εκτίμηση του ΔΝΤ για μείωση των δημόσιων επενδύσεων κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μετά τη λήξη.
Στην ίδια περίοδο το επεκτατικό πακέτο 2026–2027, με μειώσεις φόρων και αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς του Δημοσίου, υπολογίζεται στο 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 0,8% το 2027. Η μελέτη το χαρακτηρίζει φιλοκυκλικό και επισημαίνει ότι συνδυάζει μόνιμες δαπάνες με κυκλικά έσοδα. Στις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις προσθέτει τις συνταξιοδοτικές δαπάνες, περίπου 14% του ΑΕΠ ετησίως, καθώς και την εξάρτηση της χρηματοδότησής τους από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Το τεστ της επόμενης τριετίας
Το ΚΕΦΙΜ παραλληλίζει τη σημερινή φάση με την περίοδο 1996–2004, όταν η αυστηρή προσαρμογή για την ένταξη στην ΟΝΕ ακολούθησε πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Επισημαίνει ταυτόχρονα τις ουσιαστικές διαφορές της σημερινής συγκυρίας: ισχυρότερη εποπτεία της Ευρωζώνης, διαφορετική διάρθρωση του χρέους και βελτιωμένη εικόνα του τραπεζικού συστήματος.
Το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης παραμένει ότι η πρόοδος είναι μετρήσιμη, αλλά η ανθεκτικότητά της θα κριθεί όταν υποχωρήσουν οι ευνοϊκοί παράγοντες. Η σύμπτωση της μετάβασης σε μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τις αγορές, της λήξης του ΤΑΑ, του πακέτου μέτρων και των δημογραφικών πιέσεων, κατά το ΚΕΦΙΜ, μεταφέρει το βάρος από τη βελτίωση των δεικτών στη σταθερή τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.



