Η Allianz Research εκτιμά ότι οι καύσωνες του καλοκαιριού του 2026 συνδέονται με απώλειες ετήσιας παραγωγής 113 δισ. ευρώ σε 30 ευρωπαϊκές χώρες, αναδεικνύοντας ένα κόστος που εκτείνεται πέρα από τις καταστροφές περιουσιακών στοιχείων. Με την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη εκτιμώμενη επίπτωση στην ανάπτυξη, η προοπτική ενός ισχυρού El Niño το 2027 ενισχύει τη σημασία της πρόληψης για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και δημόσιους προϋπολογισμούς.
Η οικονομία μπορεί να χάνει παραγωγή από τη ζέστη ακόμη και όταν κτίρια και εξοπλισμός παραμένουν ανέπαφα. Η έρευνα υπολογίζει το ετήσιο κόστος της εντονότερης θερινής έκθεσης στη ζέστη σε 113 δισ. ευρώ για 30 ευρωπαϊκές χώρες, περίπου 0,46% του συνολικού προβλεπόμενου ΑΕΠ τους. Πρόκειται για εκτίμηση χαμένης παραγωγής σε σχέση με ένα οικονομικό σενάριο αναφοράς, μέγεθος διαφορετικό από τις καταγεγραμμένες ζημιές μιας πλημμύρας ή μιας πυρκαγιάς.
Η διάκριση αποκτά πρακτική σημασία καθώς το κλιματικό κόστος περιλαμβάνει τόσο ζημιές σε περιουσιακά στοιχεία όσο και επιπτώσεις στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Η έκθεση εξετάζει την επίδραση της θερμοκρασίας, της θερμικής καταπόνησης και της ξηρασίας στην ανάπτυξη, καθώς και της θερμοκρασίας στον γενικό πληθωρισμό και στον πληθωρισμό τροφίμων. Συνδέει έτσι την παραγωγικότητα και την αγοραστική δύναμη με το ζήτημα της προσαρμογής. Για την Ελλάδα, η εκτιμώμενη μείωση του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης από την κορύφωση των καυσώνων του 2026 φτάνει τη 1,03 ποσοστιαία μονάδα, μία από τις μεγαλύτερες μεταξύ των εξεταζόμενων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Πώς ένα πενθήμερο ζέστης συνδέεται με το ετήσιο ΑΕΠ
Η Allianz χρησιμοποιεί για κάθε χώρα το εντονότερο πενθήμερο θερμικής έκθεσης μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2026. Η χρονική κορύφωση διαφέρει: για τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Βέλγιο εντοπίζεται στα τέλη Ιουνίου, για την Ιταλία και την Ελλάδα τον Ιούλιο, για την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο τον Αύγουστο. Η μέτρηση συνδυάζει θερμοκρασία και υγρασία, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στις περιοχές με περισσότερο πληθυσμό, ώστε να προσεγγίζει τις συνθήκες που βιώνουν οι άνθρωποι.
Η ανάλυση βασίζεται στην πλατφόρμα ClimRad, που ανέπτυξαν η Allianz Research και η Earthian AI. Το μοντέλο για την ανάπτυξη χρησιμοποιεί 31.563 ετήσιες παρατηρήσεις από 1.470 περιφέρειες σε 78 χώρες, για την περίοδο 1990–2020, συνδυάζοντας κλιματικά και οικονομικά δεδομένα. Εκτιμά πώς η υγρή ζέστη, οι ετήσιες μεταβολές θερμοκρασίας και η ξηρασία επηρεάζουν την αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, λαμβάνοντας υπόψη σταθερές διαφορές μεταξύ περιφερειών και κοινές ετήσιες διαταραχές.
Για τον ευρωπαϊκό υπολογισμό, οι ερευνητές σχηματίζουν αρχικά μια προβολή του ΑΕΠ για το 2026, εφαρμόζοντας τον προβλεπόμενο πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης στο ΑΕΠ του 2025. Κατόπιν μειώνουν τον ρυθμό κατά την εκτιμώμενη επίδραση της ζέστης και υπολογίζουν ξανά το ΑΕΠ. Η διαφορά δίνει την απώλεια παραγωγής, με σταθερές τιμές και συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ των δύο προβολών. Το επιλεγμένο πενθήμερο λειτουργεί ως δείκτης έντασης της έκθεσης για την εκτίμηση της ετήσιας επίπτωσης. Τα 113 δισ. ευρώ αφορούν αυτή τη διαφορά μεταξύ των δύο ετήσιων προβολών.
Στα απόλυτα ποσά κυριαρχούν οι μεγάλες οικονομίες. Η εκτιμώμενη απώλεια φτάνει τα 27,8 δισ. ευρώ στην Ιταλία, τα 25 δισ. στη Γερμανία και τα 20,1 δισ. στη Γαλλία, συγκεντρώνοντας σχεδόν τα δύο τρίτα του συνόλου. Με το Βέλγιο και την Ολλανδία, οι πέντε χώρες φτάνουν το 81%. Στην επίπτωση στον ρυθμό ανάπτυξης, όμως, προηγείται η Κύπρος με 1,74 ποσοστιαίες μονάδες, ακολουθούμενη από το Βέλγιο με 1,41, την Ιταλία με 1,19, την Κροατία με 1,08 και την Ελλάδα με 1,03. Η κλίμακα της οικονομίας και η ένταση της επιβάρυνσης δίνουν διαφορετικές κατατάξεις.
Η υγρασία εξηγεί μέρος αυτής της εικόνας, καθώς περιορίζει την ικανότητα του σώματος να δροσίζεται. Στις ημερήσιες κορυφώσεις της θερμικής καταπόνησης των επιλεγμένων πενθημέρων, η σταθμισμένη ως προς τον πληθυσμό θερμοκρασία αέρα διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στους 30,8°C στην Ιταλία, έναντι 34,6°C στην Ουγγαρία. Η μεγαλύτερη υγρασία στην Ιταλία συνδέεται όμως με υψηλότερη θερμοκρασία υγρού θερμομέτρου, 24,1°C έναντι 22,6°C. Το μοντέλο εκτιμά μείωση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 1,19 ποσοστιαίες μονάδες στην Ιταλία, έναντι 0,51 στην Ουγγαρία. Η υψηλότερη ένδειξη στο συμβατικό θερμόμετρο προσφέρει, συνεπώς, μόνο μέρος της πληροφορίας για την οικονομική έκθεση.
Στο επίπεδο της επιχείρησης, η έκθεση περιγράφει συγκεκριμένους μηχανισμούς: βραδύτερη εργασία, μεγαλύτερα διαλείμματα και απουσίες. Επικαλείται ευρήματα από 23 προηγμένες οικονομίες για την επιβαρυντική επίδραση της υγρασίας και της διάρκειας των καυσώνων, καθώς και στοιχεία από την ινδική μεταποίηση για μειωμένη παραγωγικότητα και αυξημένες απουσίες. Στη δεύτερη περίπτωση, ο έλεγχος των θερμοκρασιακών συνθηκών στον χώρο εργασίας μετριάζει τις απώλειες παραγωγικότητας. Αυτά βοηθούν στην ερμηνεία της χαμένης παραγωγής, χωρίς να τεκμηριώνουν αυτοτελώς το ύψος των ευρωπαϊκών εκτιμήσεων. Η πληθυσμιακή στάθμιση προσεγγίζει την έκθεση των ανθρώπων στη ζέστη, χωρίς να μετρά άμεσα την επαγγελματική έκθεση, την πρόσβαση σε ψύξη ή τη δυνατότητα αναδιοργάνωσης της εργασίας.
Οι καταγεγραμμένες ζημιές καλύπτουν άλλο μέρος του λογαριασμού
Παράλληλα με τις εκτιμήσεις παραγωγής, η Allianz καταγράφει τις οικονομικές και ασφαλισμένες ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα. Για το 2025, οι συνολικές οικονομικές απώλειες ανέρχονται σε 210 δισ. δολάρια, μειωμένες κατά 32% από τα 307 δισ. του 2024. Στη διαχρονική σύγκριση της έκθεσης, τα ποσά εκφράζονται σε πραγματικές τιμές του 2026. Οι απώλειες παραμένουν περίπου 20% πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 2000–2019. Ο μέσος ετήσιος λογαριασμός για το 2020–2025 φτάνει τα 271 δισ. δολάρια, αυξημένος κατά 54% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.
Η ετήσια υποχώρηση επηρεάζεται έντονα από τη σύνθεση των γεγονότων. Μόνο οι πυρκαγιές του Λος Άντζελες τον Ιανουάριο του 2025 προκάλεσαν σχεδόν 60 δισ. δολάρια ζημιών, περίπου 28% του καταγεγραμμένου παγκόσμιου συνόλου. Οι πυρκαγιές αντιπροσώπευαν μόλις 7% των συμβάντων του δείγματος, αλλά 30% των απωλειών. Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ είχαν τη μεγαλύτερη απόλυτη επιβάρυνση, 118,5 δισ. δολάρια, περίπου 0,4% του ΑΕΠ τους. Η Ταϊλάνδη κατέγραψε μικρότερο ποσό, 16,7 δισ., αλλά πολύ μεγαλύτερο βάρος σε σχέση με την οικονομία της, 2,9% του ΑΕΠ.
Από τις παγκόσμιες ζημιές του 2025, τα 79 δισ. δολάρια καλύπτονταν από ασφάλιση, αφήνοντας κενό 131 δισ. Το ασφαλισμένο μερίδιο αυξήθηκε από 32% σε 38%, όμως η έκθεση επισημαίνει ότι η μεταβολή επηρεάζεται και από το πού και από ποια φαινόμενα προκύπτουν οι ζημιές. Συνεπώς, το υψηλότερο ποσοστό χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με τη γεωγραφική κατανομή και το είδος των συμβάντων. Οι εκτιμήσεις χαμένης παραγωγής από τη ζέστη και οι καταγραφές καταστροφών φωτίζουν διαφορετικές όψεις του κόστους, με διαφορετική μεθοδολογία και χρονική αναφορά.
Η συνολική εικόνα για το 2026 παραμένει υπό διαμόρφωση. Η Allianz αναμένει πληρέστερη αποτίμηση στις αρχές του 2027, καθώς ο υπολογισμός των συνδυασμένων επιδράσεων στην ανάπτυξη και στον πληθωρισμό απαιτεί περισσότερα στοιχεία για τις ζημιές και τη διατάραξη της οικονομικής δραστηριότητας.
Γιατί οι κλιματικές κατατάξεις χρειάζονται δύο αναγνώσεις
Ανάλογη προσοχή απαιτεί η ανάγνωση του ίδιου του κλιματικού κινδύνου. Η έκθεση διαχωρίζει την απόκλιση από τις ιστορικές συνθήκες από την απόλυτη ένταση της σημερινής καταπόνησης. Ο δείκτης κλιματικής μεταβολής, Climate Change Score, συνδυάζει αποκλίσεις θερμοκρασίας, ακραίας ζέστης, ξηρασίας και βροχοπτώσεων από την περίοδο 1950–1970. Ο δείκτης κλιματικής καταπόνησης, Climate Stress Score, εξετάζει τη σημερινή σοβαρότητα της ζέστης, της ξηρασίας και των βροχοπτώσεων σε σχέση με καθορισμένα φυσικά όρια. Μεγάλη ιστορική απόκλιση μπορεί να συνυπάρχει με συγκριτικά ηπιότερες τρέχουσες συνθήκες, ενώ μικρότερη απόκλιση μπορεί να αφορά μια χώρα που αντιμετώπιζε ήδη υψηλή καταπόνηση.
Η Νιγηρία, οι Φιλιππίνες, η Μαλαισία, η Βραζιλία, η Ακτή Ελεφαντοστού, το Μαρόκο και η Τουρκία βρίσκονται ψηλά και στους δύο δείκτες. Στην Ινδία, αντίθετα, η τρέχουσα καταπόνηση παραμένει σημαντική παρά τη χαμηλότερη βαθμολογία ιστορικής μεταβολής. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν χαμηλότερες βαθμολογίες στο συγκεκριμένο πλαίσιο για το 2025, με την έκθεση να τονίζει ότι πρόκειται για την εικόνα ενός έτους. Για την αξιολόγηση του κινδύνου μιας οικονομίας, το μέγεθος της ιστορικής απόκλισης, η ένταση των τρεχουσών συνθηκών και οι οικονομικές απώλειες χρειάζονται συνδυαστική ανάγνωση.
Το El Niño του 2027 ως σενάριο παραγωγής και τιμών
Η προοπτική του 2027 προσθέτει μια δεύτερη διάσταση . Σύμφωνα με την έκθεση, το El Niño έχει ήδη εδραιωθεί και αναμένεται να κορυφωθεί προς το τέλος του 2026 με πολύ μεγάλη ένταση και να επιμείνει στις αρχές του επόμενου έτους, ενισχύοντας προσωρινά την ανθρωπογενή θέρμανση. Η Allianz εξετάζει την οικονομική ευαισθησία σε αυτό το σενάριο, χρησιμοποιώντας τις μεταβολές θερμοκρασίας ανά χώρα κατά το επεισόδιο 2023–2024 για να διαμορφώσει τις υποθέσεις για το 2027. Τα αποτελέσματα εξαρτώνται από την υπόθεση ότι η γεωγραφική απόκριση θα έχει παρόμοιο πρότυπο.
Για 144 οικονομίες με πλήρη στοιχεία ΑΕΠ, η ανάλυση δίνει ακαθάριστες απώλειες παραγωγής 488 δισ. δολαρίων και οφέλη 37 δισ. σε χώρες με ευνοϊκότερη θερμοκρασιακή επίδραση. Η καθαρή απώλεια διαμορφώνεται περίπου στα 451 δισ. δολάρια, ή 0,24% του συνολικού προβλεπόμενου ΑΕΠ τους. Τα ποσά εκφράζονται σε σταθερά δολάρια του 2021, προσαρμοσμένα για την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Η Κίνα, οι ΗΠΑ και η Ινδία συγκεντρώνουν σχεδόν 60% των ακαθάριστων απωλειών, με 147, 91 και 50 δισ. δολάρια αντίστοιχα.
Στην ΕΕ των 27, η καθαρή εκτιμώμενη απώλεια φτάνει τα 24 δισ. δολάρια, ή 0,09% του προβλεπόμενου ΑΕΠ. Το σχετικά μικρό συνολικό ποσοστό προκύπτει από αντιστάθμιση: 21 κράτη εμφανίζουν απώλειες και έξι οφέλη. Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη αναλογική υποχώρηση μεταξύ των κρατών μελών που παρουσιάζονται στο σχετικό διάγραμμα, 0,55% του ΑΕΠ σε σχέση με το σενάριο αναφοράς, περίπου 2,3 δισ. δολάρια. Η Γαλλία, με εκτιμώμενο όφελος 7,3 δισ., παρέχει τη μεγαλύτερη αντιστάθμιση. Το 0,55% μετρά την απόκλιση του επιπέδου του ΑΕΠ από το σενάριο αναφοράς, ενώ η επίπτωση των καυσώνων του 2026 εκφράζεται σε ποσοστιαίες μονάδες του ρυθμού ανάπτυξης.
Στις τιμές, η επίδραση του ίδιου σεναρίου εμφανίζεται ευρύτερη και εντονότερη στα τρόφιμα. Ο μέσος όρος, σταθμισμένος με το ΑΕΠ σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, υποδεικνύει πρόσθετη επιβάρυνση 0,42 ποσοστιαίων μονάδων στον γενικό πληθωρισμό και 0,65 στον πληθωρισμό τροφίμων. Για την ΕΕ, οι αντίστοιχες επιδράσεις φτάνουν τις 0,31 και 0,50 ποσοστιαίες μονάδες. Έτσι, η πίεση στα νοικοκυριά μπορεί να γίνεται περισσότερο αισθητή από όσο υποδηλώνουν τα σχετικά μικρά ποσοστά επίδρασης στο ΑΕΠ, ιδίως όπου τα τρόφιμα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της κατανάλωσης.
Η ανάλυση περιορίζεται στο κανάλι της θερμοκρασίας. Αφήνει εκτός πρόσθετες ζημιές από πλημμύρες, ξηρασίες, πυρκαγιές και άλλα μεμονωμένα ακραία γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά το τελικό κόστος εφόσον εκδηλωθούν. Η ένταση, ο χρόνος και η γεωγραφική διαμόρφωση του El Niño μπορούν επίσης να αλλάξουν την απόκριση κάθε χώρας. Τα 451 δισ. δολάρια λειτουργούν επομένως ως αποτέλεσμα μιας ανάλυσης ευαισθησίας, με συγκεκριμένες παραδοχές, και όχι ως οριστικός λογαριασμός για το επόμενο έτος.
Η προσαρμογή κρίνεται πριν από την έκτακτη δαπάνη
Οι περιπτώσεις προσαρμογής που εξετάζει η Allianz μεταφέρουν τη συζήτηση από το ύψος της ζημιάς στον χρόνο και στον σκοπό της χρηματοδότησης. Στην Αυστραλία, στη Χιλή και στον Καναδά, η πρόληψη πυρκαγιών στηρίζεται σε υφιστάμενα συστήματα παρακολούθησης, προετοιμασίας κοινοτήτων και επενδύσεων πριν από την αντιπυρική περίοδο. Στο Μαρόκο, η αντιμετώπιση των πλημμυρών ωφελήθηκε από προηγούμενη ανάπτυξη προειδοποιήσεων, χαρτογράφησης κινδύνων και αρμόδιων θεσμών, στο πλαίσιο προγράμματος ανθεκτικότητας με στήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας και χρηματοδότηση 408 εκατ. δολαρίων από το 2016.
Η Ονδούρα προσφέρει ένα πιο στοχευμένο παράδειγμα: πρωτόκολλο ενεργοποίησης χρηματοδότησης βάσει πρόγνωσης συνέδεσε τις προειδοποιήσεις με έγκαιρα μέτρα και βοήθεια για 10.000 ανθρώπους. Στο Μεξικό, αντίθετα, το πακέτο ανακούφισης και αποκατάστασης μετά τις πλημμύρες του 2025 άφηνε απροσδιόριστο το μερίδιο για προσαρμογή. Στην Αργεντινή, η μεγάλη κινητοποίηση για τις πυρκαγιές συνυπήρχε με περιορισμό της μόνιμης ικανότητας πρόληψης. Η έκθεση αναδεικνύει έτσι τη σημασία της συνέχειας των θεσμών και των προϋπολογισμών μεταξύ των διαδοχικών καταστροφών.
Στην Ευρώπη, οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν σχέδια υγείας για τους καύσωνες, ψύξη και αναβάθμιση κτιρίων, διαχείριση βλάστησης, αποδοτικότερη χρήση νερού και αντιπλημμυρική προστασία. Η στρατηγική ανθεκτικότητας των υδάτων θέτει στόχο βελτίωσης της αποδοτικότητας κατά 10% έως το 2030, ενώ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων διαθέτει χρηματοδοτικό μηχανισμό 15 δισ. ευρώ για το 2025–2027. Πρόκειται για στόχο και χρηματοδοτικό πλαίσιο, με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα των επιμέρους μέτρων να παραμένουν κρίσιμες. Στις πυρκαγιές, η έκθεση υπολογίζει ότι περίπου 80% της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης κατευθύνεται στην απόκριση και μόλις 20% στην πρόληψη.
Για τις επιχειρήσεις, η σύνδεση της ζέστης με τις συνθήκες εργασίας και την παραγωγικότητα δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην προσαρμογή. Για τη δημόσια πολιτική, η πρόκληση επεκτείνεται στον σχεδιασμό κτιρίων, πόλεων, υπηρεσιών υγείας και υποδομών. Ο κοινός οικονομικός στόχος, όπως προκύπτει από την έρευνα, αφορά τη μείωση της έκθεσης πριν χαθεί παραγωγή ή απαιτηθεί αποκατάσταση. Η σύγκριση των περιπτώσεων δίνει έμφαση στη διάρκεια και στον χρόνο της παρέμβασης. Η σταθερή πρόληψη, η εκ των προτέρων εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και οι σαφείς αρμοδιότητες αποτελούν, κατά την Allianz, βασικές προϋποθέσεις για την καλύτερη προετοιμασία της οικονομίας απέναντι στο επόμενο επεισόδιο.
Τα κρίσιμα σημεία
- Τα 113 δισ. ευρώ για τους ευρωπαϊκούς καύσωνες του 2026 αφορούν εκτιμώμενη απώλεια ετήσιας παραγωγής. Για την Ελλάδα, η εκτιμώμενη επίπτωση στον ρυθμό ανάπτυξης φτάνει τη 1,03 ποσοστιαία μονάδα.
- Το σενάριο El Niño της Allianz για το 2027 δίνει καθαρή απώλεια παραγωγής 451 δισ. δολαρίων και μεγαλύτερη πληθωριστική επίδραση στα τρόφιμα. Καλύπτει μόνο την επίδραση της θερμοκρασίας, με συγκεκριμένες παραδοχές.
- Η σύγκριση των πολιτικών προσαρμογής αναδεικνύει τη σημασία της σταθερής πρόληψης, της χρηματοδότησης πριν από το συμβάν και της θεσμικής συνέχειας, πέρα από το ύψος των έκτακτων δαπανών.




