Η Ελλάδα ανεβαίνει στην 41η θέση του Παγκόσμιου Δείκτη Καινοτομίας 2026, ενώ η καλύτερη κατάταξη στις εισροές συνοδεύεται από υποχώρηση στις εκροές. Η έκθεση του WIPO επαναφέρει το ζήτημα της αξιοποίησης της έρευνας σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής χρηματοδότηση ανακάμπτει, αλλά συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 41η θέση μεταξύ 139 οικονομιών στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας 2026 του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO), από την 42η το 2025, με βαθμολογία 38,2. Πίσω από τη μικρή άνοδο, όμως, οι δύο βασικές πλευρές του δείκτη κινούνται αντίθετα. Στις εισροές καινοτομίας η χώρα ανεβαίνει από την 42η στην 40ή θέση, ενώ στις εκροές υποχωρεί από την 42η στην 43η. Οι προϋποθέσεις για καινοτομία κατατάσσονται, συνεπώς, υψηλότερα από τα αποτελέσματά της, σε μια χρονιά κατά την οποία η διεθνής συζήτηση επικεντρώνεται στη μετατροπή της έρευνας σε επιχειρήσεις και παραγωγικότητα.
Το ελληνικό προφίλ προσθέτει μια δεύτερη διάσταση. Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης αυξάνονται κατά 5,2% το 2023-2024, αλλά οι διεθνείς αιτήσεις ευρεσιτεχνίας μειώνονται κατά 6% το 2024-2025 και ο αριθμός συμφωνιών επιχειρηματικών κεφαλαίων παραμένει αμετάβλητος στην ίδια περίοδο. Πρόκειται για διαφορετικά μεγέθη και χρονικά διαστήματα, τα οποία προσφέρουν ενδείξεις για επιμέρους τάσεις, χωρίς να θεμελιώνουν άμεση αιτιώδη σχέση. Συνθέτουν, πάντως, μια εικόνα άνισης εξέλιξης: μεγαλύτερη ερευνητική δαπάνη συνυπάρχει με υποχώρηση στον αριθμό διεθνών αιτήσεων ευρεσιτεχνίας και σταθερό πλήθος συμφωνιών επιχειρηματικών κεφαλαίων.
Η άνοδος μιας θέσης και τα όρια της κατάταξης
Η Ελλάδα βρίσκεται στην 38η θέση μεταξύ 54 οικονομιών υψηλού εισοδήματος και στην 27η μεταξύ 39 ευρωπαϊκών οικονομιών. Η επίδοσή της αξιολογείται από τον WIPO ως συμβατή με το επίπεδο οικονομικής της ανάπτυξης. Στον συνολικό πίνακα προηγούνται η Βουλγαρία στην 37η θέση, η Πολωνία στην 39η και η Λετονία στην 40ή, ενώ η Πορτογαλία φθάνει στην 30ή. Αυτές οι συγκρίσεις τοποθετούν την ελληνική επίδοση μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, πέρα από τη μεμονωμένη ετήσια μεταβολή.
Η διαδρομή της χώρας από το 2020 παραμένει μέσα σε σχετικά στενό εύρος: 43η θέση το 2020, 47η το 2021, 44η το 2022, 42η το 2023, 45η το 2024, 42η το 2025 και 41η το 2026. Η φετινή κατάταξη αποτελεί την υψηλότερη θέση αυτής της επταετίας. Η ερμηνεία της χρειάζεται, ωστόσο, την επιφύλαξη που συνοδεύει το ελληνικό προφίλ: η διαθεσιμότητα δεδομένων και οι αλλαγές στο μοντέλο επηρεάζουν τις συγκρίσεις μεταξύ ετών, ενώ το στατιστικό διάστημα εμπιστοσύνης για το 2026 εκτείνεται από την 40ή έως την 44η θέση.
Ο δείκτης βασίζεται σε 79 επιμέρους δείκτες. Οι εισροές καλύπτουν θεσμούς, ανθρώπινο κεφάλαιο και έρευνα, υποδομές και τον βαθμό ωριμότητας της αγοράς και των επιχειρήσεων. Οι εκροές περιλαμβάνουν αποτελέσματα γνώσης και τεχνολογίας, καθώς και δημιουργικά αποτελέσματα. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο ελληνικές κατατάξεις περιγράφει μια σχετική ανισορροπία. Η υποχώρηση μιας θέσης στις εκροές αφορά τη συγκριτική θέση της χώρας, χωρίς να αποδεικνύει μείωση των απόλυτων αποτελεσμάτων της. Αντίστοιχα, η διαφορά εισροών και εκροών ούτε ποσοτικοποιεί απώλεια επενδύσεων ούτε προσδιορίζει συγκεκριμένα εμπόδια στην αξιοποίησή τους.
Στη φετινή έκδοση προστίθεται ένας δείκτης άμεσων ξένων επενδύσεων τύπου greenfield σε έρευνα και ανάπτυξη και υψηλή τεχνολογία. Βασίζεται σε ανακοινωμένα έργα, αποτυπώνοντας επενδυτικά σχέδια που πρέπει να διαβάζονται χωριστά από την υλοποίηση και τα αποτελέσματά τους. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη αλλαγή στη σύνθεση του μοντέλου.
Η χώρα απουσιάζει επίσης από την κατάταξη των 100 κορυφαίων συστάδων καινοτομίας. Στην παγκόσμια εικόνα, η Κίνα διαθέτει 25 τέτοιες συστάδες, οι ΗΠΑ 20 και η Γερμανία επτά. Η απουσία ελληνικής παρουσίας αφορά τη συγκεκριμένη διεθνή λίστα. Αποκτά ενδιαφέρον δίπλα στο ευρωπαϊκό πρόβλημα που επισημαίνει η έκθεση: πώς οι ερευνητικές και βιομηχανικές δυνατότητες μπορούν να στηρίξουν ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες, χρηματοδότηση για την επέκτασή τους και άνοδο της παραγωγικότητας.
Περισσότερη έρευνα, άνιση διάδοση της τεχνολογίας
Ο Global Innovation Tracker για την Ελλάδα καταγράφει βελτίωση σε οκτώ δείκτες και επιδείνωση σε τρεις στη βραχυχρόνια σύγκριση. Οι μακροχρόνιες μεταβολές εκφράζονται ως σύνθετοι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί, με τα χρονικά διαστήματα να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη διαθεσιμότητα δεδομένων. Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις αυξάνονται κατά 1,3% το 2024-2025, έναντι μέσης ετήσιας αύξησης 3,8% το 2015-2025. Αντίστοιχα, η αύξηση 5,2% στις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης το 2023-2024 υπολείπεται του μέσου ετήσιου ρυθμού 7,7% της περιόδου 2014-2024. Και οι δύο σειρές συνεχίζουν ανοδικά, με την τελευταία καταγεγραμμένη μεταβολή χαμηλότερη από τη μακροχρόνια τάση τους.
Στη χρηματοδότηση, η μηδενική μεταβολή του αριθμού συμφωνιών επιχειρηματικών κεφαλαίων το 2024-2025 ακολουθεί μέση ετήσια αύξηση 7,2% το 2020-2025. Το στοιχείο αφορά το πλήθος συμφωνιών και αφήνει ανοιχτή την εξέλιξη των ποσών που επενδύθηκαν. Στις διεθνείς αιτήσεις ευρεσιτεχνίας, η πτώση 6% το 2024-2025 συγκρίνεται με μέση ετήσια μείωση 2,6% το 2015-2025. Εδώ, η τελευταία μεταβολή κινείται στην ίδια αρνητική κατεύθυνση με τη μακροχρόνια τάση, με μεγαλύτερη ένταση.
Η υιοθέτηση τεχνολογίας παρουσιάζει διαφορετικές ταχύτητες. Ο δείκτης ρομπότ αυξάνεται κατά 8,9% το 2023-2024, έναντι μέσου ετήσιου ρυθμού 14% το 2014-2024. Τα ηλεκτρικά οχήματα αυξάνονται κατά 31,1% το 2024-2025, αλλά το επίπεδο διείσδυσης παραμένει στο ένα ανά 100 αυτοκίνητα το 2025. Η μεγάλη ποσοστιαία αύξηση χρειάζεται, επομένως, να διαβάζεται μαζί με το περιορισμένο επίπεδο διάδοσης, ώστε να αποτυπώνεται η πραγματική κλίμακα της αλλαγής.
Στη συνδεσιμότητα, η σταθερή ευρυζωνικότητα καταγράφει οριακή μείωση 0,1% το 2023-2024, ενώ ο δείκτης 5G αυξάνεται κατά 0,6% στην ίδια περίοδο. Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται κατά 2,6% το 2024-2025, έναντι μηδενικού μέσου ετήσιου ρυθμού στη δεκαετία 2015-2025. Η τελευταία επίδοση προσφέρει μια θετική ένδειξη, με το ιστορικό της σειράς να περιορίζει τα συμπεράσματα για μια διαρκή μεταβολή. Άλλωστε, ο Tracker παρακολουθεί ευρύτερες τάσεις και ο WIPO διευκρινίζει ότι μέρος των δεικτών του χρησιμοποιείται εκτός του υπολογισμού της συνολικής κατάταξης.
Ο διεθνής ανταγωνισμός κρίνεται και στη σύνδεση των πόρων
Η Ελβετία, η Σουηδία, οι ΗΠΑ, η Νότια Κορέα και η Σιγκαπούρη διατηρούν τις πέντε πρώτες θέσεις. Καμία νέα οικονομία εισέρχεται στην πρώτη δεκαπεντάδα, ενώ η Ευρώπη καταλαμβάνει 14 από τις 25 κορυφαίες θέσεις. Η σταθερότητα στην κορυφή συνυπάρχει με αλλαγές χαμηλότερα στην κατάταξη και με διαφορετικές διαδρομές ανάπτυξης της καινοτομίας. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η πρόοδος εξαρτάται από τις συνδέσεις ανάμεσα σε έρευνα, επιχειρήσεις, χρηματοδότηση, δεξιότητες, θεσμούς και αγορές.
Οι αναδυόμενες οικονομίες προσφέρουν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η Κίνα κατατάσσεται 22η στις εισροές και πέμπτη στις εκροές, η Ινδία 49η και 25η αντίστοιχα, το Βιετνάμ 54ο και 35ο. Η Ινδία στηρίζεται στις ψηφιακές υπηρεσίες και στα επιχειρηματικά κεφάλαια, ενώ το Βιετνάμ και οι Φιλιππίνες στη μεταποίηση και στο εμπόριο υψηλής τεχνολογίας, διατηρώντας υστέρηση στην εγχώρια παραγωγή εφευρέσεων. Η Τουρκία ακολουθεί διαδρομή βιομηχανικού σχεδιασμού και εμπορικών σημάτων. Η συνολική θέση κάθε χώρας συγκεντρώνει, συνεπώς, αρκετά διαφορετικούς συνδυασμούς δυνατοτήτων.
Ο WIPO διαπιστώνει επιλεκτική σύγκλιση των οικονομιών μεσαίου εισοδήματος με τις υψηλού εισοδήματος. Η προσέγγιση έχει προχωρήσει ευκολότερα στην παραγωγή και στις εξαγωγές, στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων και στη διανοητική ιδιοκτησία, αλλά δυσκολότερα στην ερευνητική βάση. Για την Ελλάδα, η οποία ανήκει ήδη στην ομάδα υψηλού εισοδήματος, αυτή η εικόνα μεταφέρει την προσοχή από το ύψος των διαθέσιμων πόρων στην απόδοσή τους μέσα στο ευρύτερο σύστημα. Η ελληνική απόκλιση εισροών και εκροών προσφέρει αφετηρία για αυτή τη συζήτηση, με τις συγκεκριμένες αιτίες της να απαιτούν αναλυτικότερη διάγνωση.
Η ανάκαμψη των κεφαλαίων συγκεντρώνεται στην AI
Το διεθνές επενδυτικό περιβάλλον προσφέρει περισσότερα κεφάλαια, με αυξανόμενη συγκέντρωση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του GII, η παγκόσμια δαπάνη έρευνας και ανάπτυξης αυξήθηκε κατά περίπου 3,3% σε πραγματικούς όρους το 2025 και προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,6% το 2026, φθάνοντας τα 3,4 τρισ. δολάρια. Το ποσό εκφράζεται σε σταθερές τιμές 2020, προσαρμοσμένες για την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Οι εταιρικές δαπάνες των μεγαλύτερων επενδυτών στην έρευνα έφθασαν το 2025 στο επίπεδο ρεκόρ των 1,5 τρισ. δολαρίων, με πραγματική αύξηση 5,8%.
Για τα επιχειρηματικά κεφάλαια, ο Tracker εκτιμά ότι η αξία των συμφωνιών αυξήθηκε κατά περίπου 28% το 2025, στα 510 δισ. δολάρια, καταγράφοντας την ισχυρότερη ετήσια άνοδο από το 2021. Στην ίδια αποτύπωση, ο αριθμός τους μειώθηκε κατά 1,4%, για τέταρτη συνεχή χρονιά. Η τεχνητή νοημοσύνη απορρόφησε το 53% της παγκόσμιας αξίας συμφωνιών το 2025 και το 77% στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Το μεγαλύτερο μέρος της αξίας των συμφωνιών VC συγκεντρώνεται, έτσι, σε ένα πεδίο, ενώ το συνολικό πλήθος συναλλαγών περιορίζεται.
Η διάκριση έχει σημασία για την ανάγνωση και των ελληνικών στοιχείων. Η στασιμότητα στον αριθμό εγχώριων συμφωνιών και η παγκόσμια άνοδος της αξίας χρηματοδότησης περιγράφουν διαφορετικές πλευρές της αγοράς. Η διεθνής ανάκαμψη των ποσών αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της πρόσβασης επιχειρήσεων διαφορετικών κλάδων και σταδίων ανάπτυξης. Ο WIPO θέτει αντίστοιχο ερώτημα για την παραγωγικότητα: κατά πόσο οι επενδύσεις στην AI θα διαχυθούν ευρύτερα στην οικονομία ή θα ωφελήσουν κυρίως περιορισμένο αριθμό εταιρειών.
Το δύσκολο πέρασμα από το εργαστήριο στην αγορά
Η ειδική θεματική του GII 2026 εξετάζει επιχειρήσεις που στηρίζονται σε έρευνα αιχμής, από τις επιστήμες ζωής και τους ημιαγωγούς έως τη ρομποτική, το διάστημα, την ενέργεια και τα προηγμένα υλικά. Η πρώτη παγκόσμια χαρτογράφηση Dealroom–WIPO καταγράφει περισσότερες από 30.000 deep science startups που δημιουργήθηκαν από το 2000. Η συνολική αποτίμησή τους φθάνει τα 7,6 τρισ. δολάρια, αυξημένη κατά 23% έναντι του 2024. Το 2025 άντλησαν 122 δισ. δολάρια επιχειρηματικών κεφαλαίων, επιβεβαιώνοντας το αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον για επιχειρηματικές εφαρμογές της επιστήμης.
Τα πανεπιστήμια αποτελούν βασική πηγή αυτής της επιχειρηματικότητας. Πάνω από το 40% των deep science startups στους κλάδους ενέργειας και επιστημών ζωής που δημιουργήθηκαν από το 2010 αποτελούν τεχνοβλαστούς ακαδημαϊκής έρευνας. Παράλληλα, το 50% των deep science startups κατέχει ευρεσιτεχνίες, έναντι 15,4% των υπόλοιπων startups. Καθώς συχνά μεσολαβούν χρόνια ανάμεσα στην εφεύρεση και στις πρώτες πωλήσεις, οι ευρεσιτεχνίες μπορούν να αποτελούν κρίσιμο επαληθεύσιμο περιουσιακό στοιχείο για χρηματοδότηση, συνεργασίες και παραχώρηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης. Το ποσοστό επιχειρήσεων που κατέχουν ευρεσιτεχνίες αυξάνεται από περίπου 43% στο στάδιο αρχικής χρηματοδότησης, ή seed, σε 69% στο όψιμο στάδιο ανάπτυξης.
Η εμπορική αξιοποίηση, ωστόσο, συναντά επαναλαμβανόμενα εμπόδια. Η έκθεση εντοπίζει δυσκολίες από την έρευνα στην απόδειξη ότι μια ιδέα μπορεί να λειτουργήσει και να προσελκύσει επένδυση, από την πιλοτική εφαρμογή στην εμπορική ανάπτυξη και από τη λειτουργική τεχνολογία στην κερδοφόρα επιχείρηση. Περιορισμένη χρηματοδότηση στους γύρους Series B και C, κανονιστικές τριβές, έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών και αβέβαιη ζήτηση επιβαρύνουν αυτές τις μεταβάσεις. Στη Λατινική Αμερική, ενδεικτικά, το 72% των επιστημονικά εντατικών startups παραμένει στο seed και μόλις 19% φθάνει στη Series A.
Οι προτάσεις πολιτικής του WIPO καλύπτουν ολόκληρη αυτή τη διαδρομή: χρηματοδότηση απόδειξης της λειτουργικότητας, πιλοτικές υποδομές και κεφάλαια με μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, μέσω συγχρηματοδότησης, εγγυήσεων και μηχανισμών ανάληψης των πρώτων ζημιών. Στη ζήτηση, προτείνει δημόσιες προμήθειες βάσει λειτουργικών απαιτήσεων, δεσμεύσεις αγοράς της μελλοντικής παραγωγής και προγράμματα εξασφάλισης αρχικών μεγάλων πελατών. Προσθέτει επαγγελματική μεταφορά τεχνολογίας, κοινά εργαστήρια, εγκαταστάσεις δοκιμών, διαδρομές πιστοποίησης και προσιτή προστασία διανοητικής ιδιοκτησίας. Ο WIPO προτείνει η αξιολόγηση των παρεμβάσεων να ξεκινά από τη διάγνωση των σημείων όπου οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται και να μετρά αποτελέσματα, όπως η προσέλκυση επόμενων επενδύσεων, πέρα από τον αριθμό προγραμμάτων.
Για την Ελλάδα, τα ευρήματα επαναφέρουν το βάρος στη συνέχεια της ερευνητικής προσπάθειας. Η άνοδος στην 41η θέση συνυπάρχει με καλύτερη κατάταξη εισροών, χαμηλότερη κατάταξη εκροών και διαφορετικές ταχύτητες σε δαπάνες, ευρεσιτεχνίες, χρηματοδότηση και τεχνολογική διάδοση. Η διεθνής εμπειρία προσφέρει εργαλεία για να εξεταστούν οι συνδέσεις μεταξύ αυτών των μεγεθών, χωρίς να υποκαθιστά τη διάγνωση των ελληνικών αναγκών. Το ουσιαστικό ζητούμενο που θέτει ο GII αφορά την πορεία από τους διαθέσιμους πόρους προς αξιοποιήσιμη γνώση, βιώσιμες επιχειρήσεις και διαρκή παραγωγική βελτίωση.
Τα κρίσιμα σημεία
- Η Ελλάδα ανεβαίνει στην 41η θέση συνολικά, αλλά οι εισροές βελτιώνονται στην 40ή και οι εκροές υποχωρούν στην 43η. Οι μεταβολές αφορούν κατατάξεις και επηρεάζονται επίσης από τη διαθεσιμότητα δεδομένων και τις αλλαγές στο μοντέλο.
- Η ελληνική ερευνητική δαπάνη αυξάνεται κατά 5,2% το 2023-2024, ενώ οι διεθνείς αιτήσεις ευρεσιτεχνίας μειώνονται κατά 6% και ο αριθμός συμφωνιών επιχειρηματικών κεφαλαίων παραμένει σταθερός το 2024-2025. Τα στοιχεία αφορούν διαφορετικά μεγέθη και περιόδους.
- Η παγκόσμια ανάκαμψη της αξίας συμφωνιών VC συνοδεύεται από συγκέντρωση στην AI και μείωση του πλήθους συναλλαγών. Για τις επιχειρήσεις επιστημονικής αιχμής, ο WIPO εντοπίζει εμπόδια στη μετάβαση από την έρευνα στην εμπορική ανάπτυξη και προτείνει στήριξη σε διαδοχικά στάδια.




