Το ΙΟΒΕ αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2027 στο 1,9%, από 2,0%, ενώ διατηρεί την εκτίμηση για το 2026 στο 1,8%. Στην τριμηνιαία έκθεσή του, που παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου 2026, προβλέπει εναρμονισμένο πληθωρισμό 4% το 2026 και 3% το 2027, με την ακρίβεια να περιορίζει την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ο βασικός κινητήρας της ανάπτυξης, ενώ ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων αναμένεται να υποχωρήσει το 2027 μετά τη λήξη του ΤΑΑ. Το ενισχυμένο εθνικό σκέλος του ΠΔΕ εκτιμάται ότι θα καλύψει μόνο μέρος αυτού του κενού. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η ακριβότερη χρηματοδότηση και οι διεθνείς εντάσεις επιβαρύνουν τις προοπτικές, παρότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη.
Οι επενδύσεις μετά τη λήξη του ΤΑΑ
Οι ακαθάριστες πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,5% το 2026 και 4,0% το 2027, ενώ για τις συνολικές ακαθάριστες επενδύσεις αναμένονται αυξήσεις 6,2% και 5,1%, αντίστοιχα. Την επενδυτική δραστηριότητα στηρίζουν η τελική φάση του ΤΑΑ, η πιστωτική επέκταση, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και το ενισχυμένο ΠΔΕ.
Η σύνθεση των επενδύσεων διατηρεί την πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο, καθώς απαιτεί σημαντικές εισαγωγές. Για το 2026 προβλέπεται αύξηση των εισαγωγών κατά 3,6%, έναντι 2,5% των εξαγωγών, με αρνητική συμβολή του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη. Το 2027 οι αντίστοιχοι ρυθμοί αναμένονται στο 3,3% και 3,1%, με τις διαταραχές στο διεθνές εμπόριο να επιβαρύνουν τις εμπορικές ροές.
Η ελληνική οικονομία κατέγραψε ετήσια ανάπτυξη 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 2,0% το προηγούμενο τρίμηνο. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7% και οι πάγιες επενδύσεις κατά 6,1%, με τον ρυθμό αύξησης των τελευταίων να επιβραδύνεται.
Η ακρίβεια περιορίζει την ενίσχυση του εισοδήματος
Οι ανατιμήσεις επεκτείνονται πέρα από την ενέργεια, στη στέγαση, την εστίαση, τον τουρισμό και τις μεταφορές. Το πρώτο εννεάμηνο του 2026 ο εγχώριος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4% και ο εναρμονισμένος κατά 3,8%, έναντι 2,5% και 2,9%, αντίστοιχα, το 2025.
Το ΙΟΒΕ συνδέει την επιμονή του πληθωρισμού με τις τιμές της ενέργειας και τις δευτερογενείς επιδράσεις τους στις αλυσίδες παραγωγής, λόγω των αναταραχών στη Μέση Ανατολή. Αναμένει σταδιακή αποκλιμάκωση από το δεύτερο τρίμηνο του 2027, προειδοποιώντας ότι ενδεχόμενη κλιμάκωση των συγκρούσεων θα ασκούσε πρόσθετες ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Για την ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται αύξηση 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027, έναντι 1,9% το 2025. Στην αγορά εργασίας, η ανεργία υποχώρησε στο 7,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ σε ετήσια βάση αναμένεται να διαμορφωθεί στο 8,6% το 2026 και στο 7,8% το 2027.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, υποστήριξε ότι οι άμεσες, στοχευμένες μεταβιβάσεις προς τα νοικοκυριά συχνά αποδίδουν περισσότερο από τις επιδοτήσεις στην τελική τιμή. Έθεσε ως κρίσιμο ζήτημα τον συντονισμό των σχετικών πολιτικών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το κόστος χρηματοδότησης προσθέτει ένα ακόμη βάρος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Παρότι οι ιδιωτικές καταθέσεις αυξήθηκαν και η πιστωτική επέκταση συνεχίστηκε το πρώτο οκτάμηνο του 2026, το κόστος νέας χρηματοδότησης κινήθηκε ανοδικά το τρίτο τρίμηνο, λόγω της διεθνούς συγκυρίας.
Δημοσιονομική σταθερότητα και παραγωγικότητα
Ο κρατικός προϋπολογισμός κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα 6,5 δισ. ευρώ, ή 2,5% του ΑΕΠ, σε ταμειακή βάση το οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου 2026. Η εκτέλεση κινήθηκε καλύτερα από τον στόχο, όμως μέρος της υπεραπόδοσης οφείλεται σε ετεροχρονισμούς πληρωμών και εισπράξεων. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2027 θέτει στόχους πρωτογενούς πλεονάσματος 3,6% του ΑΕΠ για το 2026 και 3,3% για το 2027.
Ο πρόεδρος του Δ.Σ. του ΙΟΒΕ, Γιάννης Ρέτσος, χαρακτήρισε τη δημοσιονομική σταθερότητα προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάκαμψης της επενδυτικής εμπιστοσύνης. Ο Βέττας έδωσε έμφαση στην ενίσχυση της επενδυτικής βάσης και της παραγωγικότητας, επισημαίνοντας δομικές αδυναμίες όπως το εξωτερικό έλλειμμα, το επενδυτικό κενό και ο υψηλός όγκος μη εξυπηρετούμενου χρέους στην οικονομία.
Στους κινδύνους για τις προβλέψεις περιλαμβάνονται η δημοσιονομική και πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη, η πιθανή επιβράδυνση των μεταρρυθμίσεων στην προεκλογική περίοδο και οι καθυστερήσεις στην απορρόφηση πόρων του ΤΑΑ και του ΠΔΕ.




