Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επανεξετάζουν τη χρήση αμερικανικής τεχνολογίας και υπηρεσιών, καθώς εντείνεται η ανησυχία ότι η τεχνολογική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να αξιοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς. Αφορμή για αυτή τη συζήτηση αποτέλεσε η απόφαση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να επιβάλει κυρώσεις στον επικεφαλής εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στη Χάγη, Καρίμ Καν, εξαιτίας της έρευνας του ΔΠΔ για πιθανά εγκλήματα πολέμου του Ισραήλ στη Γάζα.
Όπως αναφέρουν οι New York Times, με βάση εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Τραμπ τον Φεβρουάριο, απαγορεύτηκε σε αμερικανικές εταιρείες να παρέχουν υπηρεσίες στον Καν. Η Microsoft, η οποία προμήθευε το ΔΠΔ με υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλες ψηφιακές λύσεις, προχώρησε -σε συνεννόηση με τη διοίκηση του δικαστηρίου- στην αναστολή του επαγγελματικού λογαριασμού email του εισαγγελέα. Το αποτέλεσμα ήταν ο αποκλεισμός του από την εσωτερική επικοινωνία του ΔΠΔ, λίγους μήνες μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, η ταχύτατη συμμόρφωση της Microsoft με τις αμερικανικές κυρώσεις προκάλεσε ισχυρό προβληματισμό μεταξύ ευρωπαίων αξιωματούχων. Το περιστατικό θεωρήθηκε ενδεικτικό του εύρους της εξάρτησης από αμερικανικές τεχνολογικές πλατφόρμες και του κινδύνου που προκύπτει για κρίσιμες λειτουργίες θεσμών και κυβερνήσεων στην Ευρώπη.
Μέρος του προσωπικού του ΔΠΔ, σύμφωνα πάντα με τους New York Times, στράφηκε σε εναλλακτικές υπηρεσίες κρυπτογραφημένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ευρωπαϊκών εταιρειών, όπως η ελβετική Proton. Η Microsoft σημειώνει ότι η απόφαση για την αναστολή του λογαριασμού του Καν ελήφθη σε συνεργασία με το ΔΠΔ, ενώ προσθέτει πως έκτοτε έχει προβεί σε αλλαγές πολιτικής για την προστασία πελατών σε ανάλογες γεωπολιτικές συνθήκες. Επίσης, όπως διευκρινίζεται, όταν η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε κυρώσεις σε τέσσερις ακόμη δικαστές του ΔΠΔ, οι λογαριασμοί τους παρέμειναν ενεργοί.
Ο Μπραντ Σμιθ, πρόεδρος της Microsoft, δήλωσε σύμφωνα με τους New York Times πως το επεισόδιο με το ΔΠΔ αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης διάβρωσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, προσθέτοντας ότι «η υπόθεση του ΔΠΔ προσέθεσε καύσιμο σε μια ήδη υπάρχουσα φωτιά». Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την πλευρά του, ανακοίνωσε ότι λαμβάνει μέτρα για την προστασία του προσωπικού του και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του, παρά τις κυρώσεις.
Ο Καρίμ Καν έχει τεθεί σε άδεια από τον Μάιο, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη εσωτερική έρευνα για ανάρμοστη συμπεριφορά, ενώ ο ίδιος αρνείται κάθε κατηγορία. Το συγκεκριμένο περιστατικό, όπως σημειώνεται από τους New York Times, ανέδειξε την ευρύτερη εξάρτηση ευρωπαϊκών θεσμών και κυβερνήσεων από αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Synergy Research Group, που επικαλούνται οι New York Times, εταιρείες όπως η Amazon, η Google και η Microsoft ελέγχουν πάνω από το 70% της ευρωπαϊκής αγοράς cloud, παρέχοντας βασικές υπηρεσίες αποθήκευσης δεδομένων, ανάλυσης και λειτουργίας ψηφιακών υποδομών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες μετά τις αποκαλύψεις Σνόουντεν το 2013 για τις αμερικανικές πρακτικές επιτήρησης, δυσκολεύεται να απεξαρτηθεί από τις αμερικανικές υπηρεσίες λόγω έλλειψης εναλλακτικών. Ακόμη και σήμερα, το ΔΠΔ βασίζεται στη Microsoft για λογισμικό γραφείου, αποθήκευση και ανάλυση δεδομένων, καθώς και για την αντιμετώπιση κυβερνοεπιθέσεων.
Το θέμα της τεχνολογικής εξάρτησης επιβαρύνει περαιτέρω τις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, σε μια περίοδο που οι δύο πλευρές διαπραγματεύονται για εμπορικά, τεχνολογικά και φορολογικά ζητήματα. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όπως η ευρωβουλευτής Αλεξάντρα Γκέζε, τονίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ψηφιακής αυτονομίας, υπογραμμίζοντας ότι «αν δεν χτίσουμε επαρκείς δυνατότητες εντός της Ευρώπης, δεν θα μπορούμε να λαμβάνουμε πολιτικές αποφάσεις ανεξάρτητα».
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, κυβερνήσεις σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία έχουν ξεκινήσει προσπάθειες για την υιοθέτηση ευρωπαϊκών λύσεων, δοκιμάζοντας εναλλακτικά λογισμικά και υπηρεσίες, ενώ και στη Γερμανία λαμβάνονται πρωτοβουλίες για τη μείωση της εξάρτησης από προϊόντα της Microsoft. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τους New York Times, έχει ανακοινώσει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε νέες υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και cloud computing, ενθαρρύνοντας τη στροφή σε ευρωπαϊκές τεχνολογικές εταιρείες.
Η αυξανόμενη ζήτηση για ευρωπαϊκές λύσεις cloud αποτυπώνεται και στα στοιχεία εταιρειών όπως οι Intermax Group και Exoscale, που αναφέρουν σημαντική αύξηση νέων πελατών. Ο γενικός διευθυντής της Proton, Άντι Γεν, δηλώνει πως η κατάσταση είναι μη βιώσιμη και πως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κινούνται με ταχείς ρυθμούς για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της ανθεκτικότητάς τους.
Σύμφωνα με τους New York Times, οι αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Microsoft, η Amazon και η Google, προσπαθούν να καθησυχάσουν τους ευρωπαίους πελάτες, ανακοινώνοντας νέες «κυρίαρχες λύσεις» που περιλαμβάνουν αυξημένες νομικές και τεχνολογικές διασφαλίσεις για τα ευρωπαϊκά ιδρύματα. Ο διευθύνων σύμβουλος της Microsoft, Σάτια Ναδέλα, επισκέφθηκε πρόσφατα την Ολλανδία, όπου παρουσίασε αυτές τις νέες πρωτοβουλίες.



