Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες με αισθητά μικρότερη άμεση έκθεση θέσεων εργασίας στην αυτοματοποίηση από ό,τι στις χώρες υψηλού εισοδήματος, σύμφωνα με το World Development Report 2026 της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 4 Αυγούστου, συνδέει όμως την αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας με γρήγορες επενδύσεις σε ηλεκτρική ενέργεια, συνδεσιμότητα, δεξιότητες, δεδομένα και θεσμούς.
Στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, το 4,5% των υφιστάμενων θέσεων εργασίας κινδυνεύει από αυτοματοποίηση μέσω παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, έναντι 14,2% στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Την ίδια ώρα, η τεχνολογία θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά την παραγωγικότητα στο 16,2% των θέσεων εργασίας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, ποσοστό κοντά στο 18,7% των πλουσιότερων χωρών. Για τις αναπτυσσόμενες χώρες, το μεγαλύτερο άμεσο όφελος εντοπίζεται επομένως στη συμπλήρωση της ανθρώπινης εργασίας και στην κάλυψη ελλείψεων τεχνογνωσίας.
Περισσότερη παραγωγικότητα, μικρότερος κίνδυνος αυτοματοποίησης
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να βοηθήσουν γιατρούς στη διάγνωση, αγρότες στις καλλιεργητικές αποφάσεις και επιχειρήσεις στην αύξηση της παραγωγικότητας. Στον δημόσιο τομέα, οι πιθανές εφαρμογές καλύπτουν τη φορολογική διοίκηση, τα κοινωνικά προγράμματα, την αντιμετώπιση καταστροφών, την υγεία και την εκπαίδευση. Η αξία τους αυξάνεται σε περιβάλλοντα όπου οι ειδικευμένοι επαγγελματίες, τα αξιόπιστα αρχεία και η διοικητική ικανότητα παραμένουν περιορισμένα.
Η έκθεση δημοσιεύεται ενώ οι αναπτυσσόμενες οικονομίες καταγράφουν την ασθενέστερη μέση αναπτυξιακή επίδοση των τελευταίων τριών δεκαετιών. Κατά την Παγκόσμια Τράπεζα, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να δώσει ώθηση πριν από το τέλος της δεκαετίας, αρκεί να δημιουργηθούν οι αναγκαίες υποδομές. Η συγκέντρωση των πιο προηγμένων συστημάτων σε λίγες χώρες και εταιρείες, σε συνδυασμό με ελλείψεις σε ηλεκτρική ενέργεια, πρόσβαση στο διαδίκτυο, υπολογιστική ισχύ, δεδομένα και δεξιότητες, μπορεί να διευρύνει τις αποκλίσεις μεταξύ οικονομιών. Η έκθεση προειδοποιεί ακόμη για μεγαλύτερες εσωτερικές ανισότητες, συγκέντρωση ισχύος στην αγορά και νέους κινδύνους για την ασφάλεια, τα δικαιώματα και την κοινωνική συνοχή.
Υιοθέτηση και προσαρμογή πριν από τα μοντέλα αιχμής
Η προτεινόμενη στρατηγική περιλαμβάνει τρία διαδοχικά στάδια: υιοθέτηση διαθέσιμων εργαλείων, προσαρμογή τους στις τοπικές συνθήκες και, σε βάθος χρόνου, ανάπτυξη τεχνολογιών αιχμής. Με αυτή τη σειρά, οι κυβερνήσεις μπορούν να αποφύγουν δαπανηρές προσπάθειες αντιγραφής προηγμένων μοντέλων προτού εξασφαλίσουν τις βασικές προϋποθέσεις λειτουργίας τους.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας, Indermit Gill, υποστήριξε ότι οι χώρες μπορούν να αντλήσουν οφέλη χωρίς μεγάλα μοντέλα ή εκτεταμένα data centers. Μικρά και χαμηλού κόστους εργαλεία, προσαρμοσμένα στις τοπικές γλώσσες και ανάγκες, μπορούν να διευρύνουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, δικαιοσύνης και γεωργικών συμβουλών. Η ταχύτητα διάδοσης της τεχνολογίας και η εξάρτησή της από το τοπικό πλαίσιο περιορίζουν, σύμφωνα με τον ίδιο, το χρονικό περιθώριο αντίδρασης.
Η προσαρμογή απαιτεί επίσης πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ και επαρκή τοπικά δεδομένα, περιλαμβανομένου υλικού στις γλώσσες κάθε χώρας. Οι κυβερνήσεις καλούνται να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση νέων επιχειρήσεων, τις δοκιμές εφαρμογών και την επέκταση όσων αποδίδουν. Η μετάβαση από πιλοτικά έργα σε ευρεία χρήση χρειάζεται ισχυρότερες δεξιότητες, τεκμηρίωση αποτελεσμάτων και σαφή πλαίσια προμηθειών και αξιολόγησης.
Υποδομές, κανόνες και δημόσια εμπιστοσύνη
Το έλλειμμα υποδομών παραμένει ορατό στην υποσαχάρια Αφρική, όπου σχεδόν το ένα τρίτο των αγροτικών σχολείων στερείται αξιόπιστης ηλεκτροδότησης και πάνω από τα δύο τρίτα αξιόπιστης σύνδεσης στο διαδίκτυο. Η πρωτοβουλία Mission 300 της Παγκόσμιας Τράπεζας και εταίρων της έχει στόχο να προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια σε 300 εκατ. ανθρώπους στην περιοχή έως το 2030, δημιουργώντας μέρος της βάσης για ευρύτερη ψηφιακή ένταξη.
Στο ρυθμιστικό πεδίο, η έκθεση εισηγείται αρχική αξιοποίηση εθελοντικών κλαδικών προτύπων και διεθνή συνεργασία ώστε να περιοριστεί ο κατακερματισμός των κανόνων. Όταν τα εθελοντικά μέτρα αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες βλάβες, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εφαρμόζουν την υφιστάμενη νομοθεσία. Η μεροληψία σε δημόσιες αποφάσεις και η υπονόμευση της ιδιωτικότητας μπορούν να πλήξουν την εμπιστοσύνη, ενώ η βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών και των μαθησιακών αποτελεσμάτων μπορεί να την ενισχύσει.



