Οι χώρες της G7 συμφώνησαν να εξαιρέσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από την εφαρμογή του ελάχιστου εταιρικού φόρου 15%, όπως ανακοίνωσε η καναδική προεδρία της G7 το βράδυ του Σαββάτου. Η απόφαση αυτή ελήφθη έπειτα από διαβουλεύσεις μεταξύ των μελών, καθώς αρκετές χώρες επέλεξαν να προστατεύσουν τις εγχώριες επιχειρήσεις τους από την απειλή αμερικανικών αντιποίνων. Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, προβλέπεται η υιοθέτηση ενός παράλληλου συστήματος, μέσω του οποίου οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα εξαιρούνται από τους κανόνες του ελάχιστου φόρου, με στόχο τη σταθεροποίηση του διεθνούς φορολογικού πλαισίου.
Η συμφωνία σημειώνεται σε μία περίοδο έντονων εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, ενόψει της προθεσμίας της 9ης Ιουλίου, οπότε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει απειλήσει με σημαντική αύξηση των δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία. Σε ένδειξη αποκλιμάκωσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Καναδάς, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο συμφώνησαν να εξαιρέσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από την επιβολή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή στις πολυεθνικές, προκειμένου να αποφευχθούν τα αντίμετρα της Ουάσιγκτον.
Ο ελάχιστος εταιρικός φόρος αποτέλεσε κεντρικό άξονα συμφωνίας που διαπραγματεύτηκε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης το 2021, με τη συμμετοχή σχεδόν 140 χωρών, για τη θέσπιση ενός δικαιότερου διεθνούς φορολογικού συστήματος. Ωστόσο, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν προχώρησε ποτέ στην επικύρωση της σχετικής συμφωνίας. Στο πλαίσιο της νέας ρύθμισης, οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν να αποσύρουν τον που απευθυνόταν σε χώρες οι οποίες επέβαλλαν, κατά την εκτίμησή τους, διακριτικούς φόρους σε αμερικανικές εταιρείες, καθώς εκφράστηκαν ανησυχίες ότι το εν λόγω μέτρο θα αποθάρρυνε τις ξένες επενδύσεις στη χώρα.
Σε δηλώσεις του στην πλατφόρμα X, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent γνωστοποίησε ότι έχει ζητήσει από τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων την απόσυρση του άρθρου 899 από το νομοσχέδιο. Η ανακοίνωση της G7 επισημαίνει ότι η αφαίρεση του συγκεκριμένου άρθρου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της συνολικής συμφωνίας. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε εκφράσει σοβαρές ενστάσεις για την εφαρμογή του λεγόμενου «κανόνα φορολόγησης μη επαρκώς φορολογημένων κερδών» της συμφωνίας του ΟΟΣΑ, ο οποίος υποχρεώνει τις χώρες με φορολογικό συντελεστή κάτω του 15% να μεταφέρουν τα αντίστοιχα ανείσπρακτα έσοδα σε άλλες χώρες.
Η αμερικανική πλευρά υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός περιορίζει την εθνική κυριαρχία και μεταφέρει φορολογικά έσοδα των ΗΠΑ στο εξωτερικό, με τον Υπουργό Οικονομικών να δηλώνει ότι η κυβέρνηση παραμένει σε επιφυλακή απέναντι σε κάθε εξωεδαφικό ή διακριτικό φόρο που εφαρμόζεται σε αμερικανικές επιχειρήσεις. Η εξαίρεση των ΗΠΑ από το πλαίσιο του ελάχιστου φόρου αποτελεί σημαντική παραχώρηση για ορισμένες χώρες της ΕΕ, όπως η Γαλλία, που είχαν στηρίξει το νέο φορολογικό καθεστώς.
Αξιωματούχος της γαλλικής κυβέρνησης, μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας, σημείωσε ότι ο αμερικανικός φόρος θα δημιουργούσε σημαντικό βάρος για τις γαλλικές επιχειρήσεις, προσθέτοντας πως, παρά το ότι δεν θεωρείται νίκη, υπήρξαν κάποιες παραχωρήσεις από την αμερικανική πλευρά, καθώς δεσμεύτηκε να συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις του ΟΟΣΑ για τη δίκαιη φορολόγηση. Την ίδια στιγμή, επικριτές της συμφωνίας τη χαρακτηρίζουν ως υποχώρηση έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, επισημαίνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο το φορολογικό πλαίσιο αποδυναμώνεται.
Στο μεταξύ, ο Ευρωπαίος επίτροπος για θέματα φορολογίας Wopke Hoekstra, με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, εξέφρασε την ικανοποίησή του για τις ενδείξεις προόδου στις διαβουλεύσεις της G7 σχετικά με τη διεθνή φορολόγηση, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις.



