Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να αποσύρει το σχέδιο για την επιβολή ενιαίου φόρου ψηφιακών υπηρεσιών στους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους όπως η Amazon, η Google, η Meta και η Apple, σηματοδοτώντας μια σημαντική αλλαγή στρατηγικής ενόψει των διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η απόσυρση αυτή, που σύμφωνα με διεθνή μέσα θεωρείται νίκη για τις ΗΠΑ και τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, πραγματοποιείται ενώ οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον βρίσκονται στο τελικό στάδιο των συνομιλιών για νέα εμπορική συμφωνία. Το σχέδιο για ευρωπαϊκό ψηφιακό φόρο συζητήθηκε έως και τον Μάιο ως πιθανό μέσο ενίσχυσης των εσόδων της ΕΕ και αποπληρωμής του κοινού ευρωπαϊκού χρέους, ωστόσο, λίγες ημέρες πριν την επίσημη παρουσίαση της δημοσιονομικής πρότασης, αποσύρθηκε από τη λίστα των μέτρων, κυρίως λόγω του ευρύτερου πολιτικού και εμπορικού πλαισίου.
Η αλλαγή πλεύσης εντάσσεται στη στρατηγική της ΕΕ να αποφύγει περαιτέρω εντάσεις με τις ΗΠΑ, καθώς, κατά την πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ, είχαν επιβληθεί αντίποινα σε χώρες που εφάρμοσαν φόρο ψηφιακών υπηρεσιών, ενώ ο Καναδάς αναγκάστηκε να αποσύρει αντίστοιχο μέτρο για να επανέλθει στις εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον. Στο προσχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για νέους ίδιους πόρους περιλαμβάνονται πλέον τρεις βασικές κατηγορίες φόρων: ένας νέος εταιρικός φόρος για όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατομμυρίων ευρώ, ανεξαρτήτως έδρας, ένας ειδικός φόρος κατανάλωσης στα προϊόντα καπνού και ένας φόρος στα ηλεκτρονικά απόβλητα. Ο εταιρικός φόρος θα βασίζεται σε κλιμακωτό σύστημα, όπου οι επιχειρήσεις με τον υψηλότερο τζίρο θα καταβάλουν μεγαλύτερη εισφορά. Εκτιμάται ότι τα έσοδα από αυτούς τους φόρους θα φτάσουν τα 25 έως 30 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ποσό που προορίζεται κατά κύριο λόγο για την αποπληρωμή του κοινού ευρωπαϊκού χρέους που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της πανδημίας.
Οι φόροι στα καπνικά προϊόντα, όπως τσιγάρα και πούρα, αναμένεται να καθιερωθούν ως πανευρωπαϊκό μέτρο, με τα σχετικά έσοδα μέχρι σήμερα να παραμένουν στα κράτη-μέλη. Ωστόσο, η προτεινόμενη μεταφορά μέρους των εσόδων στον κοινοτικό προϋπολογισμό προκαλεί αντιδράσεις, καθώς χώρες όπως η Σουηδία χαρακτηρίζουν «απαράδεκτη» την παραχώρηση εθνικών εσόδων στην ΕΕ. Παράλληλα, η προσπάθεια να επιβληθούν φόροι σε ηλεκτρονικά τσιγάρα και προϊόντα ατμίσματος συναντά αντιδράσεις από την Ιταλία, την Ελλάδα και τη Ρουμανία. Ο φόρος στα ηλεκτρονικά απόβλητα συνδέεται με τις περιβαλλοντικές πολιτικές και την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, ωστόσο παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της κατανομής των εσόδων μεταξύ της ΕΕ και των εθνικών κυβερνήσεων.
Σημαντικό παραμένει και το καθεστώς των εσόδων από την αγορά δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα, με την Επιτροπή να επιβεβαιώνει ότι μόνο μικρό μέρος των εσόδων από την πώληση των δικαιωμάτων του υπάρχοντος Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών θα κατευθυνθεί στον ενωσιακό προϋπολογισμό, ενώ το μεγαλύτερο μέρος θα παραμείνει στα κράτη-μέλη. Το ίδιο ισχύει και για το νέο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών για τα καύσιμα κτιρίων και μεταφορών (ETS2), που θα τεθεί σε ισχύ το 2027 και δεν θα χρησιμοποιηθεί ως πηγή χρηματοδότησης της ΕΕ. Παράλληλα, στο δημοσιονομικό πακέτο περιλαμβάνεται και η πρόταση για έναν ευρωπαϊκό συνοριακό φόρο άνθρακα (carbon border tax), μέτρο που είχε συζητηθεί ήδη από το 2021 και τυγχάνει ευρείας αποδοχής από πολλά κράτη-μέλη.
Η οριστική υιοθέτηση των νέων φόρων προϋποθέτει ομόφωνη έγκριση από τα 27 κράτη-μέλη, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει σε μακροχρόνιες και δύσκολες διαπραγματεύσεις. Το ζήτημα της άντλησης ίδιων πόρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο πολιτικής διαμάχης, καθώς αρκετές εθνικές κυβερνήσεις παραμένουν επιφυλακτικές στην παραχώρηση περαιτέρω οικονομικής αυτονομίας στην Ένωση. Στο μεταξύ, η Επιτροπή επιδιώκει να ενισχύσει τον προϋπολογισμό της με νέους πόρους, ανταποκρινόμενη στις αυξανόμενες ανάγκες της ΕΕ για χρηματοδότηση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, της άμυνας, της μετανάστευσης και της ανθεκτικότητας απέναντι σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.



