Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επιβολή νέου εταιρικού φόρου σε επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συγκεκριμένη εισφορά, που εντάσσεται στον σχεδιασμό για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της Ένωσης, στοχεύει στην αύξηση των ιδίων πόρων της ΕΕ και στην ενίσχυση της δημοσιονομικής αυτονομίας του οργανισμού, με εκτιμώμενα έσοδα που φτάνουν τα 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με το σχέδιο της Επιτροπής, ο φόρος θα επιβάλλεται ως ετήσιο ενιαίο τέλος σε εταιρείες ανεξαρτήτως εθνικότητας που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το εάν εμφανίζουν κέρδη ή ζημιές.
Βάσει της πρότασης, το ύψος της εισφοράς διαμορφώνεται ανάλογα με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών: για επιχειρήσεις με τζίρο από 100 έως 250 εκατομμύρια ευρώ, το ποσό ορίζεται σε 100.000 ευρώ, ενώ για εταιρείες με κύκλο εργασιών άνω των 750 εκατομμυρίων ευρώ το τέλος ανέρχεται στο ανώτατο όριο των 750.000 ευρώ ετησίως. Η εν λόγω διάρθρωση έχει προκαλέσει επικρίσεις, καθώς επιχειρήσεις με πολύ διαφορετικό μέγεθος εντάσσονται στην ίδια φορολογική κατηγορία, γεγονός που σύμφωνα με αναλυτές και φορείς της αγοράς δημιουργεί στρεβλώσεις, ειδικά σε περιπτώσεις εταιρειών με χαμηλά περιθώρια κέρδους.
Η αντίδραση των κρατών-μελών ήταν άμεση, με κυβερνήσεις όπως της Γερμανίας και της Ολλανδίας να εκφράζουν ξεκάθαρη αντίθεση στην προοπτική άμεσης φορολόγησης επιχειρήσεων από ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, επικαλούμενες έλλειψη νομικής βάσης αλλά και ανησυχίες για τον συνολικό προϋπολογισμό. Παράλληλα, η πρόταση αντιμετωπίζει σοβαρή κριτική και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, εκτιμά πως η φορολογία στον τζίρο αντί στα κέρδη είναι αντίθετη με τις ευρωπαϊκές στρατηγικές ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και ειδικά των μεσαίων.
Αρνητικές τοποθετήσεις εκφράζουν επίσης σημαντικοί ευρωπαϊκοί επιχειρηματικοί σύνδεσμοι, οι οποίοι θεωρούν ότι η νέα φορολογική επιβάρυνση θα επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Επιπλέον, αναλυτές επισημαίνουν ότι η επιλογή του κύκλου εργασιών ως φορολογικής βάσης δεν ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών κλάδων και δύναται να οδηγήσει σε άνιση επιβάρυνση μεταξύ επιχειρήσεων.
Παρά το γεγονός ότι υπέρμαχοι της πρότασης υπογραμμίζουν πως μεγάλες εταιρείες, ευρωπαϊκές και μη, απολαμβάνουν τα οφέλη της ενιαίας αγοράς και θα πρέπει να συμβάλλουν αναλογικά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, η κλίμακα των αντιδράσεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο καταδεικνύει ότι η συγκεκριμένη πρόταση δύσκολα θα τύχει ευρείας αποδοχής. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να συνεχιστούν οι διαβουλεύσεις, με το ενδεχόμενο υιοθέτησης του φόρου να παραμένει αβέβαιο εν μέσω έντονων διαφωνιών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



