Σε μια κίνηση που σηματοδοτεί τη στρατηγική αναπροσαρμογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε, μέσω της Έκθεσης Στρατηγικής Διορατικότητας για το 2025, μια νέα, προορατική προσέγγιση με την ονομασία «Ανθεκτικότητα 2.0». Η πρωτοβουλία αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση από ένα μοντέλο αντιδραστικής διαχείρισης κρίσεων σε ένα πλαίσιο ενεργητικής πρόβλεψης και προετοιμασίας, το οποίο αποσκοπεί, όχι μόνο στη διαφύλαξη της σταθερότητας της Ένωσης, αλλά και στη διασφάλιση της ευημερίας της σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας και αναταραχών, θέτοντας ένα μακρόπνοο όραμα για την πορεία της έως το 2040.
Η κεντρική φιλοσοφία της «Ανθεκτικότητας 2.0» έγκειται στην παραδοχή ότι η απλή απορρόφηση των κλυδωνισμών, όπως συνέβη κατά την περίοδο μετά την πανδημία, δεν συνιστά πλέον επαρκή στρατηγική. Η έκθεση, η πρώτη υπό την τρέχουσα εντολή της Κομισιόν και με μεταβατικό χαρακτήρα, εγκαινιάζει αυτή τη φιλοσοφία, τονίζοντας ότι η ΕΕ καλείται να ενσωματώσει μόνιμα τη στρατηγική διορατικότητα στη διαδικασία χάραξης πολιτικής. Από το 2026, οι ετήσιες εκθέσεις θα αξιολογούν ενεργά, μέσω δοκιμών αντοχής, το πώς διαφορετικά μελλοντικά σενάρια θα επηρέαζαν την Ευρώπη, με σκοπό τη διαμόρφωση ανθεκτικότερων πολιτικών.
Η έκθεση αναγνωρίζει μια σειρά από παγκόσμιες μεγατάσεις που καθιστούν επιτακτική αυτή τη νέα προσέγγιση. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ασφάλεια έχει αναδειχθεί σε κεντρικό παράγοντα για όλες τις πολιτικές, καθώς τα πάντα, από τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την ενέργεια μέχρι τη μετανάστευση και την πληροφορία, μπορούν να εργαλειοποιηθούν. Παράλληλα, παρατηρείται μια διάβρωση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες, γεγονός που καθιστά την επιστροφή στο προηγούμενο status quo εξαιρετικά απίθανη, σύμφωνα με την ανάλυση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επιδείνωση της κλιματικής κρίσης, οι επιπτώσεις της οποίας είναι ταχύτερες των προβλέψεων, αυξάνοντας τον κίνδυνο υπέρβασης κρίσιμων «σημείων καμπής» με μη αναστρέψιμες αλλαγές. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν ήδη προκαλέσει οικονομικές απώλειες ύψους 738 δισεκατομμυρίων ευρώ στην ΕΕ κατά την τελευταία τεσσαρακονταετία, με το 22% αυτών των απωλειών να σημειώνεται μόλις την περίοδο 2021-2023. Επιπλέον, οι πυρκαγιές έκαψαν πάνω από 1 εκατομμύριο εκτάρια γης στην Ένωση μέχρι το καλοκαίρι του 2025, αριθμός που αποτελεί αρνητικό ρεκόρ από την έναρξη της επίσημης καταγραφής το 2006.
Ειδικότερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η έκθεση εστιάζει στη διττή πρόκληση της ταυτόχρονης επιδίωξης οικονομικής ανταγωνιστικότητας και ανοικτής στρατηγικής αυτονομίας. Επισημαίνονται οι υπερβολικές εξαρτήσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως οι ψηφιακές υπηρεσίες, όπου περίπου το 70% της υποδομής υπολογιστικού νέφους ελέγχεται από τρεις αμερικανικές εταιρείες, και ο τομέας της ενέργειας, με την ΕΕ να εισάγει το 58% των ενεργειακών της αναγκών το 2023. Η εξάρτηση από κρίσιμες πρώτες ύλες, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε από 14 το 2011 σε 34 το 2023, εντείνεται σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου οι εξαγωγικοί περιορισμοί έχουν αυξηθεί περισσότερο από πέντε φορές από το 2009.
Στο κοινωνικό πεδίο, κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου για τις δημογραφικές αλλαγές, με την πρόβλεψη ότι η ΕΕ θα έχει 17 εκατομμύρια λιγότερα άτομα σε ηλικία εργασίας έως το 2040. Η πίεση στα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, η εμφάνιση μιας «γεωγραφίας της δυσαρέσκειας» και η όξυνση των περιφερειακών ανισοτήτων, θέτουν το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο υπό δοκιμασία. Παράλληλα, αναδεικνύεται η απειλή κατά των δημοκρατικών θεσμών από την παραπληροφόρηση, με δεδομένο ότι το 42% των νέων Ευρωπαίων ενημερώνεται πρωτίστως από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, η έκθεση καταγράφει ότι το 52% των Ευρωπαίων τείνει να εμπιστεύεται την ΕΕ, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο από το 2007 και αυξάνεται στο 59% μεταξύ των νέων.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η Επιτροπή προτείνει οκτώ τομείς δράσης. Προτείνονται η ανάπτυξη ενός συνεκτικού παγκόσμιου οράματος, η ενίσχυση της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, η αξιοποίηση της τεχνολογίας με ηγετικό ρόλο της ΕΕ στη διαμόρφωση κανόνων για την τεχνητή νοημοσύνη, και η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας μέσω μιας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Συμπληρωματικά, προτείνονται η υποστήριξη της βιώσιμης ευημερίας με έμφαση στη δίκαιη μετάβαση, ο επανασχεδιασμός της εκπαίδευσης με ειδική μνεία στην ανάγκη αύξησης των αποφοίτων από τον τομέα STEM, η ενίσχυση της δημοκρατίας και η ανάπτυξη πλαισίου για τη διαγενεακή δικαιοσύνη. Η υλοποίηση αυτών των δράσεων, καταλήγει η έκθεση, απαιτεί και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, όπως η ενίσχυση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία.



