Με προτεραιότητα την Αττική, όπου το πρόβλημα έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, η κυβέρνηση εξετάζει μέτρα για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι σχετικές ανακοινώσεις αναμένονται πιθανότατα και εντός του μήνα και θα αφορούν τόσο τα αναγκαία έργα όσο και τους τρόπους χρηματοδότησής τους, με ένα από τα σενάρια που εξετάζονται να είναι η επιβολή ειδικού περιβαλλοντικού τέλους στους λογαριασμούς ύδρευσης.
Να σημειωθεί ότι η χρηματοδότηση των έργων του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος (ΕΥΣ) αποτελεί ευθύνη του Δημοσίου, το οποίο διατηρεί και την κυριότητα των υποδομών, ενώ η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ έχουν τη δυνατότητα να σχεδιάζουν και να υλοποιούν τα σχετικά έργα.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση αναζητά πόρους μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, του ΕΣΠΑ, ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων να θεωρείται μάλλον απίθανη, καθώς το νερό παραμένει δημόσιο αγαθό και οποιαδήποτε εμπλοκή ιδιωτών θα πρέπει να μην προσκρούει στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ειδικότερα όσο αφορά την Αττική το βασικό έργο που προωθείται είναι η μεταφορά νερού από τη λίμνη των Κρεμαστών, μέσω των παραποτάμων του Αχελώου, Καρπενησιώτη και Κρικελιώτη, με εκτιμώμενο κόστος 534 εκατ. ευρώ (365 εκατ. για την πρώτη φάση και 170 εκατ. για τη δεύτερη). Παράλληλα, στο Λεκανοπέδιο έχουν ξεκινήσει νέες γεωτρήσεις για την ενίσχυση των υδατικών αποθεμάτων.
Η κατάσταση στην Αττική, πάντως, αποτυπώνει την κρισιμότητα της κατάστασης. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στην 19η θέση παγκοσμίως ως προς τον κίνδυνο λειψυδρίας, ενώ οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη Μεσόγειο επιδεινώνουν τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση νερού. Σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (μονάδα METEO), η λίμνη Μόρνου έχει χάσει περίπου το 54% της έκτασής της από το 2022 έως σήμερα, με τη στάθμη του νερού να υποχωρεί από 19,1 km² σε μόλις 8,7 km², φέρνοντας στην επιφάνεια ακόμη και το βυθισμένο χωριό Κάλλιο.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης, έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι, αν συνεχιστούν οι ίδιες κλιματικές και υδρολογικές συνθήκες, τα αποθέματα στους ταμιευτήρες που υδροδοτούν την Αττική ενδέχεται να επαρκούν μόνο έως το τέλος της περιόδου 2026–2027.
Η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ στο μεταξύ έχει ζητήσει από τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) την αναθεώρηση των τιμολογίων ύδρευσης, επικαλούμενη αυξημένες λειτουργικές και ενεργειακές δαπάνες που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών της. Η καθυστέρηση στην απάντηση της ΡΑΑΕΥ εκτιμάται ότι συνδέεται με τον συνολικό σχεδιασμό της κυβέρνησης για την εξεύρεση πόρων που θα κατευθυνθούν στα έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας.
Ανάλογες ελλείψεις παρατηρούνται και σε αρκετά νησιά, μεταξύ αυτών και τουριστικά, όπου εξετάζονται λύσεις αφαλάτωσης, παρά το υψηλό τους κόστος.
Στην ατζέντα της κυβέρνησης βρίσκεται και η αναδιάρθρωση του μοντέλου διαχείρισης των υδάτων, με προτάσεις για τη συνένωση των 740 υφιστάμενων παρόχων —που σήμερα υπάγονται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση— είτε σε τρεις μεγάλους φορείς (ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ και έναν τρίτο) είτε σε 45 περιφερειακές ενότητες. Ωστόσο, η προοπτική αυτή έχει προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις από τους δήμους με τον αντίλογο να είναι ότι ο σημερινός κατακερματισμός, οι διαφορετικές πρακτικές λειτουργίας και η έλλειψη συντονισμού καθιστούν δύσκολη τόσο τη χρηστή διαχείριση όσο και την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για τα έργα ύδρευσης.



