Νέα υποχώρηση κατέγραψε ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2025, καθώς διαμορφώθηκε στις 106,0 μονάδες έναντι 107,5 μονάδων τον Οκτώβριο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια σαφή απόκλιση της εγχώριας αγοράς από τη γενικότερη τάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, όπου το οικονομικό κλίμα σημείωσε οριακή βελτίωση κατά την ίδια περίοδο. Η πτωτική πορεία του δείκτη στην Ελλάδα αποδίδεται κυρίως στη συνεχιζόμενη εξασθένιση των προσδοκιών στους βασικούς τομείς της Βιομηχανίας και των Υπηρεσιών, καθώς και στην περαιτέρω επιδείνωση της ήδη χαμηλής καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Στον αντίποδα, ως αναχώματα στην πτώση λειτούργησαν η βελτίωση του κλίματος στον τομέα των Κατασκευών, καθώς και η άνοδος στο Λιανικό Εμπόριο, η οποία ωστόσο χαρακτηρίζεται από έντονη ανομοιογένεια και στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα πολυκαταστήματα. Παρά την πτώση, ο ελληνικός δείκτης παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, υποδεικνύοντας μια σχετική ανθεκτικότητα των προσδοκιών σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα ευρήματα για την καταναλωτική εμπιστοσύνη, με την Ελλάδα να παραμένει η χώρα με τους πλέον απαισιόδοξους καταναλωτές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε περαιτέρω στις -50,6 μονάδες από -47,6 μονάδες, με τη διαφορά από τις επόμενες χώρες να είναι χαώδης, καθώς η Ρουμανία ακολουθεί με -29,7 μονάδες και η Εσθονία με -28,2 μονάδες. Η αρνητική αυτή ψυχολογία τροφοδοτείται από τις δυσμενείς εκτιμήσεις για τα οικονομικά των νοικοκυριών, με το 64% των πολιτών να δηλώνει επιδείνωση της θέσης του κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο και το 58% να προβλέπει συνέχιση της αρνητικής πορείας. Ενδεικτικό της πίεσης στα εισοδήματα είναι το γεγονός ότι το 60% των καταναλωτών δηλώνει πως «μόλις τα βγάζει πέρα», ενώ το ποσοστό εκείνων που έχουν αναγκαστεί να χρεωθούν αυξήθηκε στο 10% από 7% τον προηγούμενο μήνα. Συνδυαστικά με τις επίμονες πληθωριστικές προσδοκίες, όπου το 59% αναμένει άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό, η πρόθεση για μείζονες αγορές κατέγραψε κάθετη πτώση στις -54,7 μονάδες από -41,6, ενώ η αποταμίευση φαντάζει απίθανη για το 85% των νοικοκυριών.
Στον παραγωγικό ιστό, η Βιομηχανία εμφάνισε κάμψη με τον Δείκτη Επιχειρηματικών Προσδοκιών να υποχωρεί στις 102,8 μονάδες από 104,9, επηρεαζόμενος από το αρνητικό ισοζύγιο παραγγελιών και ζήτησης, καθώς και από την ήπια αύξηση των αποθεμάτων. Οι προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες περιορίστηκαν, με το 31% των επιχειρήσεων να αναμένει αύξηση, ενώ η αβεβαιότητα για το μέλλον εντάθηκε ελαφρώς, αγγίζοντας το 42%. Σε επίπεδο υποκατηγοριών, ο δείκτης στα Καταναλωτικά αγαθά υποχώρησε στις 114,7 μονάδες και στα Ενδιάμεσα αγαθά κατέρρευσε στις 88,3 μονάδες με έντονη κλιμάκωση αποθεμάτων. Αντιθέτως, θετική εξαίρεση αποτέλεσαν τα Κεφαλαιουχικά αγαθά, όπου ο δείκτης ενισχύθηκε στις 113,6 μονάδες. Στον τομέα των Κατασκευών, η εικόνα ήταν βελτιωμένη με τον γενικό δείκτη να ανεβαίνει στις 158,2 μονάδες. Η άνοδος προήλθε τόσο από τις Ιδιωτικές Κατασκευές, που έφτασαν τις 184,0 μονάδες, όσο και από τα Δημόσια Έργα που ενισχύθηκαν ήπια στις 127,5 μονάδες. Ωστόσο, ο κλάδος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα έλλειψης εργατικού δυναμικού, το οποίο αναφέρει το 41% του συνόλου των επιχειρήσεων και το 60% ειδικά στις Ιδιωτικές Κατασκευές, ενώ οι πληθωριστικές προσδοκίες εκτινάχθηκαν στις +21 μονάδες.
Στον τριτογενή τομέα, το Λιανικό Εμπόριο εμφάνισε βελτίωση του δείκτη στις 113,5 μονάδες από 106,4, μια εξέλιξη που οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην εκρηκτική άνοδο των προσδοκιών στα Πολυκαταστήματα, όπου ο δείκτης διαμορφώθηκε στις 128,7 μονάδες με τις προβλέψεις πωλήσεων να αγγίζουν τις +78 μονάδες. Στους υπόλοιπους κλάδους επικράτησε πτώση ή στασιμότητα, με τα Τρόφιμα-Ποτά να υποχωρούν στις 112,7 μονάδες και την Ένδυση-Υπόδηση στις 105,7 μονάδες. Στις Υπηρεσίες σημειώθηκε σημαντική υποχώρηση του δείκτη στις 113,3 μονάδες από 123,9, λόγω δυσμενέστερων εκτιμήσεων για τη ζήτηση. Ο κλάδος των Ξενοδοχείων-Εστιατορίων υποχώρησε στις 113,4 μονάδες, ενώ πτωτικά κινήθηκαν και οι Ενδιάμεσοι Χρηματοπιστωτικοί Οργανισμοί στις 156,2 μονάδες, καθώς και η Πληροφορική στις 112,3 μονάδες. Παρά τη μειωμένη ζήτηση, οι προσδοκίες για τις τιμές στις υπηρεσίες διατηρούνται σε έντονα πληθωριστικά επίπεδα (+24 μονάδες), συντηρώντας τις πιέσεις στο γενικό επίπεδο τιμών, ενώ η αβεβαιότητα στο Λιανικό Εμπόριο παραμένει υψηλή, με το 70,2% των επιχειρήσεων να αδυνατεί να προβλέψει με ασφάλεια τη μελλοντική του δραστηριότητα.



