Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ανακοίνωσε στην ενδιάμεση έκθεσή του ότι η παγκόσμια οικονομία επιδεικνύει ανθεκτικότητα παρά τις κλιμακούμενες γεωπολιτικές προκλήσεις. Η εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις και σημαντική αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές, επηρεάζοντας άμεσα τους αναπτυξιακούς ρυθμούς. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του οργανισμού, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,9% για το 2026 και να ενισχυθεί ελαφρώς στο 3,0% το 2027. Η δυναμική αυτή επηρεάζεται από το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε η ένταση στην περιοχή, η οποία επιβαρύνει τις προοπτικές της παγκόσμιας δραστηριότητας.
Η οικονομική δραστηριότητα στις αρχές του 2026 στηρίχθηκε στην ενισχυμένη παραγωγή που σχετίζεται με την τεχνολογία και στη μείωση των δασμών στις εισαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, η διαταραχή στην προσφορά ενέργειας ασκεί πτωτικές πιέσεις στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ενώ η διάρκεια της σύγκρουσης παραμένει ένας αστάθμητος παράγοντας που ενδέχεται να αναθεωρήσει τις βασικές εκτιμήσεις. Σε περίπτωση που οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα πέρα από τα μέσα του 2026, οι προοπτικές ανάπτυξης για το επόμενο διάστημα θα περιοριστούν περαιτέρω. Ο οργανισμός υπογραμμίζει ότι η ανθεκτικότητα του συστήματος δοκιμάζεται από την ανάγκη διαχείρισης των αυξημένων τιμών και των γεωπολιτικών ρίσκων.
Επιπτώσεις της γεωπολιτικής αστάθειας στην παγκόσμια ανάπτυξη
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ανάπτυξη του ΑΕΠ προβλέπεται να φτάσει το 2,0% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 1,7% το επόμενο έτος. Στην ευρωζώνη, οι ρυθμοί αναμένεται να κινηθούν σε χαμηλότερα επίπεδα, με πρόβλεψη 0,8% για το 2026 και 1,2% για το 2027, αντικατοπτρίζοντας τις διαφορετικές ταχύτητες ανάκαμψης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αντίστοιχα, η οικονομία της Κίνας αναμένεται να καταγράψει επιβράδυνση, με την ανάπτυξη να εκτιμάται στο 4,4% το 2026 και στο 4,3% το 2027. Αυτά τα δεδομένα αναδεικνύουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μεγάλες οικονομίες καθώς καλούνται να διαχειριστούν το αυξημένο κόστος παραγωγής και τις συνεχιζόμενες μεταβολές στις εμπορικές ροές.
Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί σε υψηλότερα επίπεδα από τα αρχικώς αναμενόμενα κατά τη διάρκεια του 2026, αντανακλώντας την απότομη άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Για τις χώρες της G20, ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 4,0% για το 2026, πριν αποκλιμακωθεί στο 2,7% το 2027. Η πίεση στις τιμές καταναλωτή οφείλεται κυρίως στο κόστος των καυσίμων, το οποίο επηρεάζει την εφοδιαστική αλυσίδα και αυξάνει τις λειτουργικές δαπάνες των επιχειρήσεων. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται πλέον να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη για σταθεροποίηση των τιμών και την υποστήριξη της οικονομικής δραστηριότητας σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας.
Πληθωριστικές πιέσεις και άνοδος των τιμών ενέργειας
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, δήλωσε πρόσφατα ότι το ενεργειακό σοκ από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει την αντοχή της παγκόσμιας οικονομίας. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε μέτρα υιοθετηθούν για την άμβλυνση των επιπτώσεων από τις τιμές της ενέργειας πρέπει να είναι στοχευμένα προς τους πλέον ευάλωτους και να έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η ενίσχυση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες για την ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας. Με αυτόν τον τρόπο, οι οικονομίες μπορούν να θωρακιστούν απέναντι σε μελλοντικές διακυμάνσεις των τιμών και να ενισχύσουν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητά τους.
Η έκθεση προσδιορίζει το ενδεχόμενο κλεισίματος εγκαταστάσεων παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου ή τις διακοπές στις εξαγωγές μέσω του Στενού του Ορμούζ ως σημαντικούς κινδύνους. Τέτοιες εξελίξεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση των τιμών των τροφίμων, επηρεάζοντας το κόστος των λιπασμάτων και την παγκόσμια επισιτιστική αλυσίδα. Για τις ευρωπαϊκές χώρες, η άνοδος του κόστους ενέργειας αυξάνει τη δαπάνη για την αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου που απαιτείται για την κάλυψη των ετήσιων αναγκών. Παράλληλα, η αστάθεια στις χρηματοπιστωτικές αγορές και η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων εντείνουν τους δημοσιονομικούς κινδύνους για τις χώρες με υψηλό δανεισμό.
Προτεραιότητες για τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική
Οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να παραμείνουν σε εγρήγορση για να διασφαλίσουν ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σταθερές εν μέσω των εξωγενών κλυδωνισμών. Απαιτούνται επίσης συστηματικές προσπάθειες για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών, δεδομένου του περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου που αντιμετωπίζουν πλέον οι περισσότερες κυβερνήσεις παγκοσμίως. Ο οργανισμός προτείνει τη μείωση των εμπορικών φραγμών ως μέσο για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και τον περιορισμό των πληθωριστικών κινδύνων σε διεθνές επίπεδο. Η μεσοπρόθεσμη στρατηγική των κρατών πρέπει να εστιάζει στη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, η οποία αποτελεί σταθερή πηγή οικονομικής ευπάθειας.



