Σημαντικές δομικές πιέσεις στον ελληνικό αγροτικό τομέα καταγράφει νέα ανάλυση της διαΝΕΟσις, η οποία συνδέει τη χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής γεωργίας με το μικρό μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, το χαμηλό επίπεδο κατάρτισης, την υστέρηση σε επενδύσεις, την άνοδο του κόστους παραγωγής και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η ανάλυση, που δημοσιεύεται τον Απρίλιο του 2026, τοποθετεί τη συζήτηση για τον Αγροτικό Τομέα σε μια περίοδο αυξημένης πίεσης, με ανοιχτά ζητήματα όπως η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, η ευλογιά των προβάτων και οι επιπτώσεις των διεθνών συγκρούσεων στο κόστος παραγωγής.
Το κείμενο της διαΝΕΟσις, που υπογράφεται από τη Διευθύντρια Ερευνών Φαίη Μακαντάση και τον Senior Research Analyst Ηλία Βαλεντή, περιγράφει έναν τομέα με σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα, αλλά και με συσσωρευμένες αδυναμίες. Το 2024, η συνολική αξία της αγροτικής παραγωγής έφτασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ, ενώ στην αγροτική παραγωγή εργάστηκαν σχεδόν 450 χιλ. άτομα, σε όρους ετήσιας ισοδύναμης απασχόλησης, ποσοστό που ξεπέρασε οριακά το 10,5% της συνολικής απασχόλησης της οικονομίας.
Η παραγωγή και η χαμηλή παραγωγικότητα
Η σύνθεση της παραγωγής δείχνει τη βαρύτητα συγκεκριμένων κατηγοριών προϊόντων. Τα φρούτα είχαν το μεγαλύτερο μερίδιο το 2024, με 32%, ενώ ακολούθησαν τα ζωικά προϊόντα με 15%, το ελαιόλαδο με 13% και τα λαχανικά και οπωροκηπευτικά επίσης με 13%. Περίπου 85% της αξίας των προϊόντων του Αγροτικού Τομέα κατευθύνεται προς εγχώρια χρήση, με το ένα τρίτο της συνολικής παραγόμενης αξίας να αφορά τα νοικοκυριά, περίπου το ένα πέμπτο τη Βιομηχανία Τροφίμων, Ποτών και Καπνού, 17% τις αναλώσεις του ίδιου του τομέα και 6% τον Τουρισμό και την Εστίαση.
Παράλληλα, περίπου 15% της συνολικής αξίας των αγροτικών προϊόντων εξάγεται, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών του τομέα έχουν κινηθεί ανοδικά. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης ήταν 2,5% την περίοδο 2003-2018 και ανέβηκε στο 8,1% την περίοδο 2019-2024. Από το 2012 και μετά, οι ελληνικές εξαγωγές αγροτικών ειδών υπερβαίνουν σταθερά τις αντίστοιχες εισαγωγές. Ωστόσο, η ανάλυση σημειώνει ότι πίσω από την εικόνα των ονομαστικών μεγεθών βρίσκεται ένα επίμονο πρόβλημα πραγματικής παραγωγικής απόδοσης.
Σε σταθερές τιμές, η αξία της συνολικής αγροτικής παραγωγής μειώθηκε κατά 6,1% το 2023 και κατά 1,1% το 2024, ενώ οι προσωρινές εκτιμήσεις παραπέμπουν σε συνέχιση της κάμψης το 2025. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζει και η πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία. Το 2024, ο Αγροτικός Τομέας συνεισέφερε το 3,9% της συνολικής εγχώριας ΑΠΑ σε τρέχουσες τιμές, κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας δεκαπενταετίας. Όταν αφαιρείται η επίδραση των τιμών, όμως, η πραγματική ΑΠΑ εμφανίζει μακροχρόνια πτωτική τάση, με μέση ετήσια μείωση 1% από το 1995 έως το 2024.
Μικρές εκμεταλλεύσεις και γήρανση
Ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνδέονται με τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι το μικρό και κατακερματισμένο μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Η Ελλάδα έχει την τέταρτη μικρότερη μέση χρησιμοποιούμενη έκταση ανά αγροτική εκμετάλλευση στην ΕΕ, μετά τη Μάλτα, την Κύπρο και τη Ρουμανία. Το 45% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη από 20 στρέμματα και ακόμη 28% εκτάσεις από 20 έως 50 στρέμματα. Έτσι, περισσότερες από επτά στις δέκα εκμεταλλεύσεις λειτουργούν σε περιορισμένη κλίμακα.
Οι μεγάλες μονάδες παραμένουν λίγες. Μόνο 3% των ελληνικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων ξεπερνά τα 300 στρέμματα, έναντι 11% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Λιγότερο από 30% της συνολικής χρησιμοποιούμενης αγροτικής γης βρίσκεται σε εκμεταλλεύσεις άνω των 300 στρεμμάτων, ενώ οι μονάδες άνω των 500 στρεμμάτων καλύπτουν μόλις 16% της γης. Στην ΕΕ των 27, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 77% και 68%. Η εικόνα αυτή περιορίζει, κατά την ανάλυση, τις οικονομίες κλίμακας, τη δυνατότητα μεγαλύτερων επενδύσεων και την αξιοποίηση πιο σύγχρονων πρακτικών.
Η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού αποτελεί δεύτερη κρίσιμη πίεση. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που περιλαμβάνονται στην ανάλυση δείχνουν ότι ο αριθμός των απασχολούμενων έως 39 ετών στον Αγροτικό Τομέα μειωνόταν σταθερά έως το 2020, φτάνοντας λίγο πάνω από τις 80 χιλιάδες. Το μερίδιό τους στο σύνολο των εργαζόμενων του κλάδου μειώθηκε από 30% το 2008 σε 20% το 2020, ενώ το μερίδιο των εργαζόμενων άνω των 55 ετών αυξήθηκε από 33% σε 38%.
Κατάρτιση, επενδύσεις και κόστος παραγωγής
Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στους διαχειριστές των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Η Ελλάδα βρίσκεται έβδομη στην ΕΕ ως προς το μερίδιο διαχειριστών άνω των 65 ετών και τρίτη για τους διαχειριστές 55 ετών και άνω. Με βάση τα στοιχεία του 2023, η χώρα θα χρειαστεί τα επόμενα χρόνια να αναπληρώσει περισσότερους από 200 χιλιάδες αγρότες ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και επιπλέον 150 χιλιάδες που βρίσκονταν τότε στην ηλικιακή ομάδα 55 έως 64 ετών. Η διαΝΕΟσις συνδέει την ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού με ζητήματα κόστους εισόδου, πρόσβασης σε γη και εξοπλισμό, παραγωγικής αβεβαιότητας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Στο πεδίο της κατάρτισης, τα διαθέσιμα στοιχεία παρουσιάζουν αντίστοιχη υστέρηση. Το 2023, μόλις 0,7% των διαχειριστών αγροτικής γης είχε πλήρη αγροτική κατάρτιση και 4,9% είχε βασική κατάρτιση στην αγροτική παραγωγή. Το 94,4% δεν είχε καμία σχετική εκπαίδευση και στηριζόταν στην πρακτική εμπειρία. Οι διαχειριστές με πλήρη κατάρτιση διαχειρίζονται μόλις 1,3% της ενεργής ελληνικής αγροτικής γης, ενώ όσοι διαθέτουν βασική κατάρτιση διαχειρίζονται 8,9%. Η ανάλυση αναφέρει ότι οι έξι Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ» προσφέρουν σημαντικό έργο, αλλά δεν επαρκούν για την κάλυψη της ανάγκης.
Η επενδυτική υστέρηση αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα πίεσης. Μετά το ιστορικό υψηλό του 2008, οι επενδύσεις στον Αγροτικό Τομέα μειώθηκαν σημαντικά, στο ευρύτερο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010. Η ανάλυση σημειώνει ότι η επενδυτική δαπάνη ανά χρησιμοποιούμενο στρέμμα παραμένει διαχρονικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη πιο αποτελεσματικές επενδύσεις. Ο κατακερματισμός της γης αυξάνει την ανάγκη για ξεχωριστό εξοπλισμό σε πολλές μικρές εκμεταλλεύσεις, χωρίς να οδηγεί απαραίτητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα.
Το κόστος παραγωγής έχει επίσης ενισχυθεί ως πίεση τα τελευταία χρόνια. Η γεωργία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια και τα λιπάσματα, ενώ το κόστος των λιπασμάτων συνδέεται στενά με το κόστος του φυσικού αερίου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η πληθωριστική κρίση επιβάρυναν περαιτέρω τις τιμές της ενέργειας και προκάλεσαν αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο λιπασμάτων. Η ανάλυση αναφέρεται και στις πιθανές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στο κόστος της αγροτικής παραγωγής.
Κλιματική αλλαγή και ανάγκη σχεδίου
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που επηρεάζει ήδη τον ελληνικό Αγροτικό Τομέα. Η διαΝΕΟσις αναφέρει ότι στον ελληνικό χώρο αναμένονται λιγότερες βροχοπτώσεις, συχνότερες ξηρασίες και περισσότερες ημέρες με ακραία υψηλές θερμοκρασίες. Καθώς η γεωργία εξαρτάται άμεσα από το νερό, το έδαφος και το κλίμα, οι μεταβολές αυτές μπορούν να μειώσουν την αποδοτικότητα αρκετών καλλιεργειών. Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο από ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ προϊόντα όπως η ελιά και τα σιτηρά θεωρούνται ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομία, τη διατροφή και τις εξαγωγές.
Στο ίδιο πλαίσιο, η διαχείριση του νερού αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα. Η γεωργία καταναλώνει 80% έως 85% του συνολικού νερού στη χώρα, ενώ περίπου 450 Τοπικοί και Γενικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος των συλλογικών αρδευτικών έργων και εξυπηρετούν σχεδόν 45% της αρδευόμενης αγροτικής γης. Η ανάλυση συνδέει το ζήτημα των υδάτων με την ανάγκη καλύτερης οργάνωσης της άρδευσης, πιο ορθολογικής χρήσης των πόρων και αντιμετώπισης δυσλειτουργιών στη διαχείριση των σχετικών υποδομών.
Η διαΝΕΟσις καταλήγει στην ανάγκη ενός Εθνικού Σχεδίου για την Αγροτική Ανάπτυξη, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές προκλήσεις και τον τρόπο με τον οποίο αυτές συνδέονται μεταξύ τους. Ένα τέτοιο σχέδιο, όπως αναφέρει η ανάλυση, θα πρέπει να περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δράσεις, καθώς και να συνδέεται με τις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Ο οργανισμός αναμένεται να επανέλθει στο θέμα με πιο εξειδικευμένες αναλύσεις και πρωτοβουλίες για τη διακυβέρνηση των επιχειρήσεων, τα συνεργατικά σχήματα και τη διαχείριση της ΚΑΠ.



