Στα επίπεδα του 2000 παρέμεινε το 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα, την ώρα που η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευρυνθεί, όπως προκύπτει από τη μελέτη «Παραγωγικότητα και Ανάπτυξη» που εκπόνησε το ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ. Τα στοιχεία φέρνουν στο επίκεντρο το διαρθρωτικό πρόβλημα παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, καθώς η χώρα κατατάσσεται 23η στην ΕΕ των 27 ως προς την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, σε τρέχουσες τιμές 2024.
Η μελέτη συνδέει το ζήτημα με τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης, σύγκλισης με την Ευρώπη και αύξησης των εισοδημάτων. Παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας, λιγότερο όμως στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Με βάση τη σύνοψη των ευρημάτων, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%.
Η παραγωγικότητα ως όριο ανάπτυξης
Την περίοδο 2000-2024, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 22% σε σταθερές τιμές, αλλά η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της απασχόλησης. Το ποσοστό των εργαζομένων στον πληθυσμό αυξήθηκε κατά 26%, εξέλιξη που, κατά τη μελέτη, δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζει με τον ίδιο τρόπο την οικονομική μεγέθυνση. Η μείωση της ανεργίας, η περιορισμένη δεξαμενή νέων εργαζομένων και οι αρνητικές δημογραφικές τάσεις καθιστούν την αύξηση της παραγωγικότητας βασικό όρο για τη μελλοντική άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας.
Η σχέση παραγωγικότητας και μισθών αποτελεί επίσης κεντρικό σημείο της ανάλυσης. Η μελέτη αναφέρει θετική συσχέτιση ανάμεσα στην ενίσχυση της παραγωγικότητας και στη δυνατότητα βιώσιμης αύξησης των εισοδημάτων, ενώ συνδέει την παραγωγικότητα και με το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρονται ως προϋποθέσεις οι επενδύσεις, ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός, η ενίσχυση των δεξιοτήτων, η μεγέθυνση των επιχειρήσεων και θεσμικές παρεμβάσεις, όπως η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και η μείωση της γραφειοκρατίας.
Η βιομηχανία εμφανίζει μικρότερο χάσμα
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανά κλάδο, ανάλογα με τα παραγωγικά χαρακτηριστικά, την κεφαλαιακή ένταση και την τεχνολογική βάση. Με εξαίρεση τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η βιομηχανία εμφανίζεται ως ο πιο παραγωγικός τομέας της οικονομίας και ως εκείνος με τη μικρότερη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επίπεδο τομέων. Η παραγωγικότητα της βιομηχανίας κατατάσσεται στη 14η θέση στην ΕΕ, ενώ φτάνει τα 62,9 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο, σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας σε τρέχουσες τιμές 2024.
Το μέγεθος αυτό είναι 60% υψηλότερο από τον μέσο όρο της οικονομίας, που διαμορφώνεται στα 39,6 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο. Είναι επίσης 2,5 έως 3 φορές υψηλότερο από την παραγωγικότητα στο εμπόριο, στις κατασκευές και στα καταλύματα και την εστίαση, όπου τα αντίστοιχα μεγέθη ανέρχονται σε 25,2 χιλ. ευρώ, 22,9 χιλ. ευρώ και 20,4 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο. Η μεταποίηση, ειδικότερα, καταγράφει βελτίωση 2,7% την περίοδο 2017-2024, ενώ στο σύνολο της οικονομίας η παραγωγικότητα επιδεινώθηκε κατά 0,7%.
Το μέγεθος των επιχειρήσεων έχει ρόλο
Σημαντική είναι και η διαφοροποίηση ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση, τόσο πιο κοντά τείνει να βρίσκεται η παραγωγικότητά της στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στις μεγάλες μεταποιητικές επιχειρήσεις καταγράφεται η μικρότερη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μόλις 17%, ενώ η απόσταση είναι πολύ μεγαλύτερη στις μικρότερες επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δημιουργούν 14.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, έναντι 42.000 ευρώ στην ΕΕ.
Η δομή αυτή συνδέεται και με τη σύνθεση της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Η Ελλάδα έχει μικρότερο ποσοστό μεγάλων επιχειρήσεων, δηλαδή επιχειρήσεων με 250 και πλέον εργαζομένους, σε σχέση με την ΕΕ, με 0,1% έναντι 0,2%. Έχει επίσης λιγότερες μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 0,5% έναντι 0,8% στην ΕΕ. Η μελέτη αποδίδει μέρος της υστέρησης στο χαμηλό απόθεμα κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, καθώς το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην ΕΕ είναι 1,3 έως 5,7 φορές υψηλότερο από την Ελλάδα, ανάλογα με τον κλάδο.
Επενδύσεις, δεξιότητες και ψηφιακή αναβάθμιση
Οι παρεμβάσεις που καταγράφονται στη μελέτη αφορούν τόσο τις επιχειρήσεις όσο και το κράτος. Για τις επιχειρήσεις, δίνεται έμφαση στην αύξηση των επενδύσεων, στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, στην ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης και στη σταδιακή αύξηση του μέσου μεγέθους τους, μέσω συνεργασιών και συγχωνεύσεων. Για την Πολιτεία, αναφέρονται η απλοποίηση αδειοδοτήσεων, η μείωση της ρυθμιστικής επιβάρυνσης, η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, η ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, τα επενδυτικά κίνητρα και οι στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές.
Στο κοινό πεδίο επιχειρήσεων και κράτους εντάσσονται η επαγγελματική εκπαίδευση, οι ψηφιακές δεξιότητες, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και η προσέλκυση ατόμων υψηλής εξειδίκευσης από το εξωτερικό. Η μελέτη αναφέρεται επίσης στην επέκταση των ψηφιακών υποδομών και στην αξιοποίησή τους από τις επιχειρήσεις, με εργαλεία όπως cloud, big data, αυτοματοποίηση και AI, σε συνδυασμό με αναδιοργάνωση διαδικασιών. Η υποστήριξη συνεργατικών σχηματισμών και τεχνολογικών οικοσυστημάτων παρουσιάζεται ως μέσο για τη διάχυση τεχνολογίας και καλών πρακτικών.
Ο πρόεδρος του ΔΣ του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ανέφερε ότι η παραγωγικότητα δεν συνδέεται με την εντατικοποίηση της εργασίας, αλλά με τη δυνατότητα μιας οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους ίδιους πόρους. Όπως σημείωσε, η αύξηση της απασχόλησης δεν αρκεί πλέον, καθώς η δημογραφική πίεση περιορίζει τα περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης του εργατικού δυναμικού. Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, επισήμανε ότι η βιώσιμη άνοδος των εισοδημάτων έχει ως βάση την αύξηση της παραγωγικότητας και την παρακολούθηση των σχετικών μεγεθών σε σύγκριση με άλλες οικονομίες.
Σε ξεχωριστή δήλωση για τη σημασία της βιομηχανίας, ο πρόεδρος του ΔΣ, Μιχάλης Στασινόπουλος, χαρακτήρισε τη μελέτη του ΙΟΒΕ εργαλείο για την ελληνική οικονομία και ανέφερε ότι η μεταποιητική βιομηχανία μπορεί να συμβάλει περαιτέρω στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Η δήλωση συνδέει την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με την αύξηση των εισοδημάτων, τις ποιοτικές θέσεις εργασίας και την ευημερία, αποδίδοντας στη βιομηχανία κεντρικό ρόλο στην κατεύθυνση αυτή.




