Οι εξαγγελίες της 90ής ΔΕΘ διαμορφώνουν ένα πολυετές πλέγμα παρεμβάσεων που αφορά τη φορολογία, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, τις επενδύσεις, το ενεργειακό κόστος και τις αποδοχές. Η σημασία τους για επιχειρήσεις και εργαζομένους εξαρτάται από τον χρόνο εφαρμογής, τις προϋποθέσεις ένταξης και τον τρόπο με τον οποίο κάθε μέτρο μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία.
Οι παρεμβάσεις ακολουθούν διαφορετικά χρονοδιαγράμματα, με πρώτες εφαρμογές το φθινόπωρο του 2026 και επιμέρους ρυθμίσεις που εκτείνονται πέρα από το 2030. Οι αλλαγές στα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών προβλέπεται να αποτυπωθούν στις δηλώσεις του 2027, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων τοποθετείται τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, ενώ η σταδιακή αποκλιμάκωση της προκαταβολής φόρου των εταιρειών αρχίζει από τις δηλώσεις του 2029. Παράλληλα, τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις προγραμματίζεται να ενεργοποιηθούν έως τις αρχές του 2027, ενώ ο στόχος για μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος εκτείνεται έως το 2029.
Σύμφωνα με την κυβερνητική εξειδίκευση, το ετήσιο κόστος των νέων μέτρων που εκκρεμεί να θεσμοθετηθούν υπολογίζεται σε 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και προβλέπεται να αυξηθεί σταδιακά σε 3,6 δισ. ευρώ έως το 2030. Εάν συνυπολογιστούν οι ήδη θεσμοθετημένες παρεμβάσεις που μένει να αποδοθούν, το συνολικό ετήσιο κόστος εκτιμάται σε 5 δισ. ευρώ το 2027 και 9 δισ. ευρώ το 2030. Τα ποσά αυτά αφορούν δημοσιονομικό κόστος και διαφέρουν από το συνολικό ύψος των δανείων που αναμένεται να κινητοποιηθεί μέσω των χρηματοδοτικών προγραμμάτων. Για τον επιχειρηματικό κόσμο, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη φορολογική επιβάρυνση, στη ρευστότητα, στην πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, στο κόστος της ενέργειας και στις δαπάνες μισθοδοσίας.
Τεκμήρια και εταιρική φορολογία σε διαδοχικά στάδια
Για τις ατομικές επιχειρήσεις προβλέπεται απαλλαγή από δύο προσαυξήσεις του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος: εκείνη που αντιστοιχεί στο 10% της μισθοδοσίας προσωπικού και εκείνη που υπολογίζεται στο 5% του ποσού κατά το οποίο ο τζίρος υπερβαίνει τον μέσο όρο του αντίστοιχου ΚΑΔ. Η εφαρμογή αφορά το φορολογικό έτος 2026, με δηλώσεις το 2027. Σύμφωνα με την εξειδίκευση, περίπου 156.000 ατομικές επιχειρήσεις επιβαρύνονται σήμερα με αυτές τις προσαυξήσεις. Ο προσδιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος με βάση τον κατώτατο μισθό και τις τριετίες διατηρείται.
Η απαλλαγή συνδέεται με τέσσερις προϋποθέσεις. Απαιτούνται αποστολή των προβλεπόμενων στοιχείων στο myDATA, διασύνδεση ταμειακών και POS καθ’ όλη τη διάρκεια του φορολογικού έτους όπου υπάρχει υποχρέωση, απουσία προστίμων από τη φορολογική αρχή ή την Επιθεώρηση Εργασίας για τις χρήσεις των τελευταίων πέντε φορολογικών ετών και υποβολή των απαιτούμενων δηλώσεων ΦΠΑ και εισοδήματος της πενταετίας έως τις 31 Δεκεμβρίου του τελευταίου φορολογικού έτους.
Στο λιανεμπόριο και στην εστίαση, οι ατομικές επιχειρήσεις αντιστοιχούν στο 70,3% και στο 62,5% των ενεργών επιχειρήσεων, αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία ΓΕΜΗ που παραθέτει η εξειδίκευση. Στο παράδειγμα καφέ με πέντε εργαζομένους και ετήσια μισθοδοσία 105.000 ευρώ υπολογίζεται φορολογικό όφελος 2.534 ευρώ. Παράλληλα, προβλέπεται επέκταση της μείωσης τεκμηρίων κατά 50% σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους και έως 2.200 στη Δυτική Μακεδονία, με εξαίρεση την Αττική πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων.
Για τα νομικά πρόσωπα, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος προβλέπεται το 2027, για το φορολογικό έτος 2026, στις έδρες και στα υποκαταστήματα εκτός Αττικής, καθώς και στην Περιφερειακή Ενότητα Νήσων. Στην υπόλοιπη Αττική προβλέπεται μείωση 50% το 2028 και κατάργηση το 2029. Η εφαρμογή διαφοροποιείται ανά εγκατάσταση. Στο παράδειγμα εταιρείας με έδρα στην Αθήνα και υποκαταστήματα σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα, το τέλος υπολογίζεται σε 1.000 ευρώ το 2027, 500 ευρώ το 2028 και μηδενίζεται το 2029.
Η προκαταβολή φόρου για τους ελεύθερους επαγγελματίες προβλέπεται να μειωθεί από 55% σε 50% στο φορολογικό έτος 2027, με δηλώσεις το 2028. Για τις εταιρείες, η μείωση από 80% σε 50% σχεδιάζεται σε έξι ετήσια βήματα των πέντε ποσοστιαίων μονάδων, από το φορολογικό έτος 2028 έως το 2033, δηλαδή στις δηλώσεις του 2029 έως το 2034. Η μεταβολή αφορά την προκαταβολή έναντι φόρου και τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση κατά την εκκαθάριση. Για τα τραπεζικά ιδρύματα διατηρείται η προκαταβολή 100%.
Στις αμοιβές από συμμετοχή στα κέρδη προβλέπεται αύξηση φόρου. Για καταβολές από 1/1/2027, το τμήμα της ετήσιας αμοιβής άνω των 60.000 ευρώ που διανέμεται ως μέρισμα σε μέλη διοικητικών συμβουλίων, διαχειριστές και προσωπικό θα φορολογείται με 15%, έναντι 5%. Η εξειδίκευση εκτιμά ότι η ρύθμιση αφορά περίπου 1.400 στελέχη. Για τα μερίσματα των μετόχων προβλέπεται διατήρηση του συντελεστή 5%.
Η σύνθεση των δανείων έως 5 δισ. ευρώ για τις ΜμΕ
Τα δύο νέα χρηματοδοτικά προγράμματα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις βασίζονται σε 1,5 δισ. ευρώ από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης που, σύμφωνα με την εξειδίκευση, έχουν μεταφερθεί στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Προβλέπεται κατανομή 1,1 δισ. ευρώ σε δανειοδοτικό πρόγραμμα και 400 εκατ. ευρώ σε εγγυοδοτικό. Με τη συμμετοχή των τραπεζών, η κυβέρνηση εκτιμά ότι μπορούν να προκύψουν συνολικά δάνεια έως 5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για το αναμενόμενο συνολικό ύψος δανεισμού μέσω των δύο εργαλείων.
Η αρχική κατανομή προβλέπει έως 2,2 δισ. ευρώ συγχρηματοδοτούμενων δανείων και έως 2,8 δισ. ευρώ δανείων μέσω εγγυοδοσίας. Προορίζονται για επενδυτικά σχέδια και ανάγκες ρευστότητας, με επιλογή χαμηλότερου επιτοκιακού κόστους μέσω συγχρηματοδότησης ή εγγύησης για σημαντικό μέρος του δανείου. Η ενεργοποίηση προγραμματίζεται μέχρι τις αρχές του 2027. Η μεταφορά των πόρων στην Αναπτυξιακή Τράπεζα επιτρέπει τη διάθεσή τους πέρα από τους χρονικούς περιορισμούς του ΤΑΑ.
Στις δημόσιες επενδύσεις, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων προβλέπεται να αυξηθεί έναντι των ορίων του προηγούμενου πολυετούς σχεδιασμού κατά 300 εκατ. ευρώ το 2026, 1,05 δισ. ευρώ το 2027 και 1,45 δισ. ευρώ το 2028 και τα επόμενα έτη. Για το 2027, η πρόσθετη δαπάνη κατανέμεται σε 400 εκατ. ευρώ στο εθνικό σκέλος και 650 εκατ. ευρώ στο συγχρηματοδοτούμενο. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνονται επίσης πόροι από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο.
Αποσβέσεις εξοπλισμού και ενεργειακές επενδύσεις
Για τη βιομηχανία και τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε μηχανήματα και εξοπλισμό, προβλέπεται περιορισμός του χρόνου απόσβεσης από δέκα σε έξι χρόνια για δαπάνες από 1/1/2027. Η ετήσια κλίμακα ορίζεται σε 10%, 10%, 15%, 15%, 25% και 25%, ενώ για υπολογιστές και λογισμικό διατηρείται η πενταετία. Τα δύο πρώτα χρόνια διατηρούν τον συντελεστή 10%. Οι μεγαλύτερες ετήσιες αποσβέσεις προκύπτουν από το τρίτο έτος, διαφοροποιώντας χρονικά την αφαίρεση της δαπάνης από τα φορολογητέα αποτελέσματα.
Στην ενέργεια, ο κυβερνητικός στόχος για μείωση της λιανικής τιμής ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% την περίοδο 2027–2029 συνδέεται με δίκτυα, αποθήκευση και εξοικονόμηση. Προβλέπονται 200 εκατ. ευρώ για επιχορήγηση μπαταριών το 2027–2028, με δράσεις για συνδυασμό με ΑΠΕ, αυτοκατανάλωση και αυτοτελή αποθήκευση. Το επενδυτικό πλάνο του ΑΔΜΗΕ υπερβαίνει τα 6 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας διασυνδέσεις Δωδεκανήσων και Βόρειου Αιγαίου και άλλα έργα δικτύου. Το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νησιών περιλαμβάνει περίπου 1 δισ. ευρώ επιδοτήσεων για ΑΠΕ και αποθήκευση.
Για τη βιομηχανία, η εξειδίκευση αναφέρει ήδη εφαρμοζόμενη μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) κατά 50% από τον Ιούλιο του 2026 και προβλέπει δράση δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα 50 εκατ. ευρώ. Για 12.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις σχεδιάζεται πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης 395 εκατ. ευρώ. Στην ίδια κατηγορία επιχειρήσεων απευθύνεται χωριστό πρόγραμμα 289 εκατ. ευρώ για αγορά ή μίσθωση ηλεκτρικών επαγγελματικών οχημάτων, μαζί με ιδιωτικούς φορτιστές.
Για τις οικιακές παροχές, από 1/1/2027 προβλέπεται μείωση 50% στην πρώτη κλίμακα ΥΚΩ, έως 500 kWh. Η χρέωση της συγκεκριμένης κλίμακας προβλέπεται να υποχωρήσει από 6,9 σε 3,45 ευρώ/MWh. Πρόκειται για μεταβολή σε επιμέρους χρέωση του λογαριασμού. Η συνολική μείωση της λιανικής τιμής κατά 30% παρουσιάζεται στην εξειδίκευση ως αναμενόμενο αποτέλεσμα του συνδυασμού των ενεργειακών παρεμβάσεων έως το 2029.
Μισθοί, εισφορές και φορολογία εισοδήματος
Στην αγορά εργασίας, ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να αυξηθεί από 920 σε 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028, με προηγούμενη αναπροσαρμογή τον Απρίλιο του 2027. Με τρεις τριετίες, το αντίστοιχο ποσό προβλέπεται να φτάσει τα 1.300 ευρώ. Τα παραδείγματα της εξειδίκευσης χρησιμοποιούν την υπόθεση δύο αυξήσεων των 40 ευρώ. Ο κατώτατος συμπαρασύρει τις συνδεδεμένες αμοιβές και παροχές, μεταξύ των οποίων υπερωρίες και επιδόματα ανεργίας και μητρότητας.
Από 1/4/2027 προβλέπεται μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, εξ ολοκλήρου από τις κρατήσεις των εργαζομένων υπέρ ΔΥΠΑ. Για το 2027, η εξειδίκευση αναφέρει εισφορές εργαζομένου 12,87% και εργοδότη 21,79%. Η χρηματοδότηση της μείωσης θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω μόνιμης αύξησης της επιχορήγησης προς τη ΔΥΠΑ. Η παρέμβαση αφορά τις καθαρές αποδοχές μέσω χαμηλότερης παρακράτησης, ενώ οι αυξήσεις του κατώτατου αφορούν τις μικτές αποδοχές. Από τον Νοέμβριο του 2026 προγραμματίζεται επίσης επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας σε νέους κλάδους.
Για τους δημοσίους υπαλλήλους προβλέπονται οριζόντιες μισθολογικές αναπροσαρμογές τον Απρίλιο του 2027 και τον Ιανουάριο του 2028, σε σύνδεση με τον κατώτατο. Από τον Δεκέμβριο του 2027 σχεδιάζεται επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για περίπου 720.000 εργαζομένους. Το καθαρό ποσό υπολογίζεται από 257 έως 389 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία, και το επίδομα προβλέπεται να προσμετράται στις συντάξιμες αποδοχές.
Για όσους έχουν τρία εξαρτώμενα παιδιά, προβλέπεται μηδενικός συντελεστής φόρου εισοδήματος έως 20.000 ευρώ, με εφαρμογή στους μισθωτούς από τον Ιανουάριο του 2027 και στους ελεύθερους επαγγελματίες στις δηλώσεις του 2028. Για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, η αντίστοιχη παρέμβαση αφορά τα εισοδήματα του 2026, με εκτιμώμενους ωφελούμενους 47.091 και μέγιστο όφελος 2.900 ευρώ. Από τον Νοέμβριο του 2026 προβλέπεται επιστροφή ΕΦΚ αγροτικού πετρελαίου στην αντλία. Η εξειδίκευση υπολογίζει συνολικό όφελος 50,8 λεπτά ανά λίτρο, μαζί με τον ΦΠΑ που αντιστοιχεί στον ΕΦΚ.
Από τον Νοέμβριο του 2026, η ετήσια ενίσχυση προβλέπεται να αυξηθεί σε 400 ευρώ καθαρά, με συνολικά 2,2 εκατ. δικαιούχους μεταξύ συνταξιούχων, ατόμων με αναπηρία και ανασφάλιστων υπερηλίκων. Για τον Ιανουάριο του 2027 προβλέπονται αυξήσεις συντάξεων χωρίς συμψηφισμό προσωπικής διαφοράς. Η εκτίμηση του Απριλίου τοποθετεί την αύξηση στο 2,6%, με το οριστικό ποσοστό να προσδιορίζεται στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου. Από το 2027 προβλέπεται επίσης ετήσια αναπροσαρμογή αναπηρικών επιδομάτων, με περίπου 218.000 δικαιούχους και εκτιμώμενο μέσο όφελος 220 ευρώ για το πρώτο έτος.
Τα προγράμματα κατοικίας και ο επενδυτικός λογαριασμός
Στη στεγαστική αγορά, το «Σπίτι μου ΙΙΙ» σχεδιάζεται με συνολικά δάνεια 2 δισ. ευρώ, από πόρους του ΤΑΑ, της Αναπτυξιακής Τράπεζας και πιστωτικών ιδρυμάτων. Η έναρξη αναμένεται στις αρχές του 2027, με δικαιούχους έως 55 ετών, επιλέξιμη αξία κατοικίας έως 300.000 ευρώ και δάνειο έως 230.000 ευρώ, που μπορεί να καλύπτει έως 90% της εμπορικής αξίας. Για ζευγάρια, το εισοδηματικό όριο προβλέπεται στα 35.000 ευρώ συν 7.000 ευρώ ανά παιδί, έναντι προσαύξησης 5.000 ευρώ ανά παιδί στο «Σπίτι μου ΙΙ».
Παράλληλα, η αγορά κατασκευών και ενεργειακού εξοπλισμού συνδέεται με νέο «Εξοικονομώ» 1,2 δισ. ευρώ για 62.000 κατοικίες, πρόγραμμα αντικατάστασης θέρμανσης 930 εκατ. ευρώ και χωριστή δράση 200 εκατ. ευρώ για 100.000 δικαιούχους το 2027. Προβλέπονται επίσης 2.350 κοινωνικές κατοικίες με προϋπολογισμό 435 εκατ. ευρώ. Στο φορολογικό σκέλος προβλέπονται παρατάσεις κινήτρων για μίσθωση κενών ακινήτων και αναβάθμιση κτιρίων, ενώ σχεδιάζεται αύξηση φόρου μεταβίβασης κατοικιών σε 15% για συγκεκριμένες κατηγορίες αγοραστών τρίτων χωρών, με τις εξαιρέσεις που περιγράφει η εξειδίκευση.
Για την κύρια κατοικία στην περιφέρεια, η απαλλαγή ΕΝΦΙΑ προβλέπεται να επεκταθεί το 2027 σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους και έως 2.200 στη Δυτική Μακεδονία, με εξαίρεση την Αττική πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων. Αφορά δικαιώματα φορολογικών κατοίκων Ελλάδας στην κύρια κατοικία τους, εφόσον η φορολογητέα αξία του συνόλου της πλήρους κυριότητάς της φτάνει έως 400.000 ευρώ. Η επέκταση υπολογίζεται ότι προσθέτει περίπου 62.000 ιδιοκτήτες σε 131 οικισμούς.
Για τον ειδικό επενδυτικό λογαριασμό παιδιών έως δύο ετών, στόχος διάθεσης των πρώτων προϊόντων τίθεται στις αρχές του 2027. Η κρατική εισφορά προβλέπεται να αντιστοιχεί στο ποσό που καταθέτει ετησίως ο γονέας, με αρχικό ανώτατο όριο κρατικής συμμετοχής τα 1.200 ευρώ τον χρόνο. Το όριο αυτό θα αυξάνεται κατά 10% ανά πενταετία, ενώ ο γονέας θα μπορεί να καταθέτει έως 10.000 ευρώ ετησίως. Απαιτείται τουλάχιστον ένας γονέας να είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Τράπεζες, ασφαλιστικές και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών θα μπορούν να προσφέρουν εγκεκριμένα προϊόντα. Οι τοποθετήσεις θα γίνονται σε αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές και ομόλογα μέσω οργανωμένων αγορών Ελλάδας και ΕΕ, με φοροαπαλλαγή αποδόσεων και δέσμευση έως την ενηλικίωση, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων. Το τελικό κεφάλαιο θα εξαρτάται από τις εισφορές και τις επενδυτικές αποδόσεις.
Στον ευρύτερο οικονομικό σχεδιασμό, η κυβέρνηση προβλέπει ετήσιες επενδύσεις άνω των 60 δισ. ευρώ έως το 2030, από 46 δισ. ευρώ το 2026. Το χρονοδιάγραμμα των παρεμβάσεων εκτείνεται πάντως πέρα από αυτή την περίοδο: η σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου των εταιρειών προβλέπεται να ολοκληρωθεί στις δηλώσεις του 2034, ενώ οι λογαριασμοί των παιδιών έχουν ορίζοντα έως την ενηλικίωση. Η εικόνα για επιχειρήσεις και εργαζομένους διαμορφώνεται από αυτές τις διαφορετικές περιόδους εφαρμογής, τις προϋποθέσεις των φορολογικών ρυθμίσεων και την προγραμματισμένη ενεργοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων.
Τα κρίσιμα σημεία
- Οι φορολογικές παρεμβάσεις έχουν διαφορετικό χρόνο απόδοσης, από τις δηλώσεις του 2027 για τα τεκμήρια έως το 2034 για την ολοκλήρωση της μείωσης προκαταβολής φόρου των εταιρειών.
- Τα δάνεια έως 5 δισ. ευρώ για ΜμΕ προϋποθέτουν συμμετοχή των τραπεζών, ενώ ο στόχος για φθηνότερη ενέργεια συνδέεται με την υλοποίηση επενδύσεων σε δίκτυα, αποθήκευση και εξοικονόμηση.
- Η μείωση εισφορών του 2027 κατευθύνεται στις κρατήσεις των εργαζομένων, ενώ η αύξηση του κατώτατου μεταβάλλει τις μικτές αποδοχές και τις συνδεδεμένες αμοιβές.



