Η Ελλάδα αυξάνει τις δαπάνες έρευνας, διαθέτει καταρτισμένο επιστημονικό δυναμικό και έχει συγκροτήσει ένα πιο ορατό οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων. Η nέα μελέτη της διαΝΕΟσις δείχνει όμως ότι η κρίσιμη δοκιμασία βρίσκεται στη μετατροπή αυτών των εισροών σε τεχνολογία, παραγωγικότητα, εξαγωγές και λύσεις που θα αγοράζει και το ίδιο το Δημόσιο.
Η συζήτηση για την καινοτομία στην Ελλάδα συχνά σταματά σε δύο εικόνες που συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται αρκετά. Η πρώτη αφορά τους ερευνητές, τις δημοσιεύσεις, τα ευρωπαϊκά προγράμματα και την αύξηση των δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη. Η δεύτερη αφορά τις επιχειρήσεις που καλούνται να ενσωματώσουν τεχνολογία, να συνεργαστούν με πανεπιστήμια, να αναπτυχθούν εκτός συνόρων και να επενδύσουν στη βελτίωση των προϊόντων και των διαδικασιών τους. Το ζητούμενο βρίσκεται ακριβώς στη σύνδεση των δύο πλευρών.
Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις για το Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας, που επικαιροποιεί έρευνα του 2021, αποτυπώνει πρόοδο σε θεσμούς, χρηματοδότηση και επιμέρους πολιτικές. Παράλληλα, καταγράφει επίμονα εμπόδια: κατακερματισμό του ερευνητικού χώρου, αναντιστοιχία δεξιοτήτων, περιορισμένη συνεργασία πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, χαμηλή τεχνολογική ένταση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και δημόσιες προμήθειες που έχουν μικρή λειτουργική σύνδεση με την καινοτομία. Το κεντρικό εύρημα αφορά λοιπόν την ικανότητα του συστήματος να οργανώσει τη συνέχεια από τη γνώση έως την εμπορική και κοινωνική αξιοποίησή της.
Περισσότερη έρευνα, ασθενής εμπορική αξιοποίηση
Οι αριθμοί της έρευνας δείχνουν μια σαφή βελτίωση στην επένδυση για Ε&Α. Οι συνολικές δαπάνες έφτασαν το 2024 τα 3,66 δισ. ευρώ, ή 1,54% του ΑΕΠ, αυξημένες κατά 1,3 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το 2019. Σε ένταση ερευνητικών δαπανών, η χώρα ανέβηκε από τη 16η στην 13η θέση της ΕΕ των 27. Στο ίδιο διάστημα, οι επιχειρήσεις σχεδόν διπλασίασαν τη σχετική δαπάνη τους, η οποία έφτασε στο 0,85% του ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, σύμφωνα με τη μελέτη, με θεσμούς και μηχανισμούς που έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη παρουσία. Το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας χρηματοδοτεί ερευνητική δραστηριότητα από το 2016, η δράση «Ερευνώ-Καινοτομώ» υποστηρίζει συνεργασίες επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων, ενώ τα φορολογικά κίνητρα των Ν. 4712/2020 και 5162/2024 αφορούν τις δαπάνες Ε&Α των επιχειρήσεων. Οι Έλληνες ερευνητές έχουν επίσης ισχυρή παρουσία στο Horizon Europe και στις διεθνείς επιστημονικές δημοσιεύσεις, με τις συνεργασίες με ξένους φορείς να προσεγγίζουν πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ωστόσο, η απόσταση από την παραγωγή γνώσης έως την αγορά παραμένει μεγάλη. Στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών, η Ελλάδα καταγράφει 10,3 αιτήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκους, έναντι 152,2 κατά μέσο όρο στην ΕΕ-27. Η διαφορά αυτή φέρνει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ζήτημα: οι θετικές επιδόσεις στην έρευνα δεν μεταφράζονται με την ίδια ένταση σε κατοχυρωμένη τεχνολογία και εμπορική αξιοποίηση. Η μελέτη συνδέει την εικόνα με τον κατακερματισμό ανάμεσα σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, αλλά και με τις δυσκολίες διαχείρισης ερευνητικών έργων, ιδίως στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας.
Οι προτάσεις των συγγραφέων της συγκεκριμένης μελέτης κινούνται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο αφορά συστηματική χρηματοδότηση των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων από τον τακτικό προϋπολογισμό, μαζί με έκτακτους και αναπτυξιακούς πόρους. Το δεύτερο αφορά μια ολοκληρωμένη και μακροχρόνια Εθνική Στρατηγική Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας. Η έλλειψη αυτής της συνεκτικής κατεύθυνσης αφήνει τις επί μέρους παρεμβάσεις χωρίς κοινό ορίζοντα και μετρήσιμη συνέχεια.
Το ταλέντο υπάρχει, η αξιοποίησή του υστερεί
Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στο ανθρώπινο δυναμικό. Το 45% του πληθυσμού ηλικίας 25-34 ετών ήταν απόφοιτοι Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης το 2023, έναντι 43,1% στην ΕΕ, ενώ οι νέοι διδάκτορες σε τομείς STEM αντιστοιχούν σε 0,7 ανά 1.000 κατοίκους, κοντά στο ευρωπαϊκό 0,8. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα αγγλόφωνα και διπλά προγράμματα σπουδών με ξένα πανεπιστήμια συνιστούν, κατά τη μελέτη, βήματα διεθνοποίησης. Στις χαμηλότερες βαθμίδες, τα «Εργαστήρια Δεξιοτήτων» εισάγουν στοιχεία δημιουργικής και τεχνολογικής εκπαίδευσης.
Η θετική βάση συνυπάρχει με προβλήματα που ξεκινούν νωρίς και επηρεάζουν αργότερα την αγορά εργασίας. Η Ελλάδα έχει σταθερά χαμηλότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στο PISA, σε όλες τις δεξιότητες που εξετάζει το πρόγραμμα. Η δημόσια δαπάνη για εκπαίδευση έφτασε το 2023 στο 4% του ΑΕΠ, έναντι 4,7% στην ΕΕ, τοποθετώντας τη χώρα στην 24η θέση μεταξύ των 27.
Το χάσμα αποτυπώνεται και στην αξιοποίηση των πτυχιούχων. Το 36,6% των νέων αποφοίτων 25-34 ετών εργάζεται σε θέσεις κατώτερες των προσόντων του, έναντι 23% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αναζητούν ψηφιακές, τεχνικές και ήπιες δεξιότητες, αλλά οι επενδύσεις τους στην κατάρτιση έχουν περιορισμένη έκταση. Περίπου 13% των ελληνικών επιχειρήσεων παρέχει εκπαίδευση για ψηφιακές δεξιότητες, έναντι 22% στην Ευρώπη. Το 2020, προγράμματα διά βίου μάθησης προσέφερε το 18% των επιχειρήσεων, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος έφτανε το 67%.
Για τις επιχειρήσεις, αυτή η αναντιστοιχία μετατρέπει το ανθρώπινο κεφάλαιο σε λειτουργικό περιορισμό. Η μελέτη προτείνει ισχυρότερη διασύνδεση εκπαίδευσης και απασχόλησης, περισσότερη πρακτική εμπειρία για τους φοιτητές, ενίσχυση της μαθητείας και της διά βίου μάθησης, καθώς και στοχευμένες συμπράξεις πανεπιστημίων και επιχειρήσεων.
Δίκτυα που χτίζονται, κλίμακα που καθυστερεί
Η αδυναμία σύνδεσης της γνώσης με την παραγωγή έχει και μια πιο άμεση μέτρηση. Στον Global Innovation Index 2024, η Ελλάδα βρίσκεται στην 106η θέση μεταξύ 133 χωρών στον δείκτη συνεργασίας επιχειρήσεων και πανεπιστημίων για Ε&Α. Στον δείκτη για τη δημιουργία clusters κατέχει την 118η θέση. Η μελέτη επισημαίνει επίσης την υστέρηση στη χρηματοδότηση πανεπιστημιακής και δημόσιας ερευνητικής δραστηριότητας από τις επιχειρήσεις.
Υπάρχουν, ωστόσο, δομές που επιχειρούν να μειώσουν αυτή την απόσταση. Τα Γραφεία Μεταφοράς Τεχνολογίας στα ΑΕΙ ενισχύθηκαν, δημιουργήθηκαν δέκα Κέντρα Ικανοτήτων ως θεματικές συμπράξεις ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων σε πεδία όπως η αγροδιατροφή, τα βιομηχανικά υλικά, η ψηφιακή υγεία και οι ημιαγωγοί, ενώ ενισχύθηκε η δυνατότητα εκπόνησης βιομηχανικών διδακτορικών. Η μελέτη καταγράφει και την προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας, με Κέντρα Αριστείας και καινοτομίας που εγκατέστησαν στην Ελλάδα εταιρείες όπως η Dell, η SAP, η Tesla Greece, η CISCO και η Pfizer.
Οι υποδομές αυτές μπορούν να δημιουργούν ευκαιρίες συνεργασίας και θέσεις υψηλής εξειδίκευσης, χωρίς όμως να αίρουν από μόνες τους το ζήτημα της διεθνούς θέσης των ελληνικών επιχειρήσεων. Η αξία των εξαγωγών μέσης και υψηλής τεχνολογίας αντιστοιχούσε το 2023 στο 24% των συνολικών εξαγωγών, έναντι 62% στην ΕΕ. Η συμμετοχή στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας παραμένει περιορισμένη, κυρίως σε παραγωγικά δίκτυα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Η απόσταση αυτή αφορά την ικανότητα των επιχειρήσεων να συνδέονται με μεγαλύτερες αγορές, συνεργασίες και τεχνολογικές αλυσίδες.
Το οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων προσφέρει μια διαφορετική, πιο δυναμική εικόνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, από το 2017 ιδρύονται στη χώρα περισσότερες επιχειρήσεις από όσες κλείνουν. Τα εγχειρήματα υψηλής ή μέτριας τεχνολογικής έντασης ανέβηκαν στο 7,6% το 2023 από 4,4% το 2019. Το ποσοστό εκείνων που προσφέρουν έξι ή περισσότερες θέσεις εργασίας, πέρα από τους ιδρυτές, έφτασε το 17%, αυξημένο κατά έξι μονάδες. Επιπλέον, το 39,6% είχε πελάτες εκτός Ελλάδας, από 30,4% το 2019, ποσοστό υψηλότερο και από τους μέσους όρους των χωρών μεσαίου και υψηλού εισοδήματος.
Η θεσμική αναγνώριση μέσω του μητρώου «Elevate Greece», τα φορολογικά κίνητρα για business angels και stock options, καθώς και η διαθεσιμότητα VCs, θερμοκοιτίδων, επιταχυντών και venture studios έχουν συμβάλει σε αυτή την εξέλιξη. Η φάση της κλιμάκωσης παραμένει όμως το κρίσιμο ερώτημα. Η μελέτη εισηγείται ημικρατικούς θεσμούς χρηματοδότησης κατά το πρότυπο του SBIR, αξιοποίηση του European Innovation Council και περαιτέρω ενίσχυση της αγοράς Private Equity και Venture Capitals. Οι κατευθύνσεις αυτές αποσκοπούν στην ενίσχυση της χρηματοδότησης επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογικής έντασης και ρίσκου, ιδίως όταν περνούν από την αρχική δοκιμή στην ανάπτυξη.
Η μεγάλη δοκιμασία των μικρομεσαίων και του Δημοσίου
Η σχετική κινητικότητα των startups δεν περιγράφει την πλήρη εικόνα της επιχειρηματικής καινοτομίας. Στο European Innovation Scoreboard, η Ελλάδα βρίσκεται στην ομάδα των «μέτρια καινοτόμων» χωρών, με επίδοση αισθητά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μόνο 43,3% είχε τουλάχιστον βασικό επίπεδο ενσωμάτωσης ψηφιακής τεχνολογίας το 2024, επίδοση που αντιστοιχεί στην 24η θέση μεταξύ των 27. Η Community Innovation Survey καταγράφει αύξηση των επιχειρήσεων με κάποια καινοτομική δραστηριότητα από το 2016 έως το 2022, αλλά οι σχετικές δαπάνες παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η δημόσια ζήτηση αποτελεί το άλλο, συχνά παραμελημένο, σκέλος του προβλήματος. Οι Δημόσιες Προμήθειες για Καινοτομία θα μπορούσαν, σύμφωνα με τη μελέτη, να συνδέσουν τις λειτουργικές ανάγκες δημόσιων οργανισμών με καινοτόμες λύσεις που αναπτύσσουν επιχειρήσεις. Στην αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2024, η Ελλάδα κατατάχθηκε 16η μεταξύ 30 ευρωπαϊκών χωρών, με βαθμολογία ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο. Η συνολική θέση, ωστόσο, κρύβει έντονη απόκλιση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή.
Στις ψηφιακές πολιτικές, η χώρα βαθμολογήθηκε με 100%, έναντι 63% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ έλαβε 71% στους επίσημους ορισμούς και 71% στις οριζόντιες πολιτικές. Στους τρεις πρακτικούς δείκτες, η επίδοση ήταν 0%: απουσιάζουν αυτόνομο σχέδιο δράσης για καινοτόμες προμήθειες, στόχος δαπανών και σύστημα παρακολούθησης. Τα μέτρα υποστήριξης και οικοδόμησης ικανοτήτων στους δημόσιους οργανισμούς βαθμολογήθηκαν με 11%. Η μελέτη περιγράφει έτσι ένα πλαίσιο που έχει διατυπώσει προθέσεις, αλλά δεν έχει αποκτήσει τους μηχανισμούς υλοποίησης και αξιολόγησης που θα άλλαζαν τον τρόπο με τον οποίο αγοράζει το Δημόσιο.
Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Καινοτομία στον Δημόσιο Τομέα και η ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας αποτελούν πρόσφατες πρωτοβουλίες που η μελέτη ξεχωρίζει. Για να αποκτήσουν ευρύτερη επίδραση, οι συγγραφείς προτείνουν στρατηγική και σχέδιο υλοποίησης για τις δημόσιες προμήθειες καινοτομίας, με στόχους, διαδικασίες διαβούλευσης, δείκτες, μηχανισμούς παρακολούθησης και σαφήνεια στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Το ζήτημα αφορά και την καλλιέργεια ικανοτήτων και λελογισμένου ρίσκου στους δημόσιους οργανισμούς.
Η συνέχεια ως πολιτική επιλογή
Η μελέτη της διαΝΕΟσις περιγράφει ένα σύστημα σε φάση σταδιακού μετασχηματισμού, όπου αρκετές παρεμβάσεις έχουν θεσπιστεί ή εφαρμόζονται και τα αποτελέσματά τους αναμένεται να φανούν με μεγαλύτερη σαφήνεια τα επόμενα χρόνια. Αυτή η διατύπωση έχει σημασία: η αύξηση των δαπανών, οι νέοι θεσμοί, οι δομές μεταφοράς τεχνολογίας και η ωρίμανση του start-up οικοσυστήματος συνιστούν συνθήκες προόδου, όχι τεκμήριο ότι έχει ήδη κλείσει το χάσμα με την αγορά και την παραγωγή.
Γι’ αυτό και οι τρεις βασικές κατευθύνσεις που προτείνουν οι συγγραφείς συνδέονται μεταξύ τους. Μια ΕΣΕΤΑΚ με μακροχρόνιους στόχους και συγκεκριμένες «αποστολές» θα μπορούσε να δώσει κοινή κατεύθυνση στις επιμέρους πολιτικές. Η ενδεχόμενη θεσμική ενοποίηση ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας επιδιώκει να αντιμετωπίσει τη διχοτόμηση αρμοδιοτήτων. Η επιχειρησιακή αναβάθμιση, με απλούστευση διαδικασιών στους ΕΛΚΕ, τυποποίηση, μηχανισμούς μεταφοράς καλών πρακτικών και μεγαλύτερη ανοχή στο λελογισμένο ρίσκο, αφορά τη μετάβαση από τις διακηρύξεις στη λειτουργία.
Η ουσία της πρόκλησης βρίσκεται στη συνέχεια. Χωρίς σταθερή σύνδεση της χρηματοδότησης με τις δεξιότητες, της έρευνας με την επιχειρηματική αξιοποίηση και της δημόσιας ζήτησης με τις λύσεις που μπορεί να παράγει η αγορά, τα θετικά στοιχεία θα παραμένουν αποσπασματικά. Η μελέτη θέτει έτσι ένα πρακτικό ερώτημα για τις επιχειρήσεις και την πολιτεία: με ποιον τρόπο οι ήδη διαθέσιμοι πόροι, θεσμοί και άνθρωποι θα αποκτήσουν κοινή κατεύθυνση και μετρήσιμη διάρκεια.
Τα κρίσιμα σημεία
- Οι δαπάνες Ε&Α και το επιστημονικό δυναμικό ενισχύονται, όμως οι 10,3 αιτήσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ανά εκατομμύριο κατοίκους, έναντι 152,2 στην ΕΕ-27, φανερώνουν το κενό στην εμπορική αξιοποίηση της γνώσης.
- Η ανάπτυξη των νεοφυών επιχειρήσεων και οι νέες δομές διασύνδεσης συνυπάρχουν με χαμηλή συνεργασία πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, περιορισμένες εξαγωγές μέσης και υψηλής τεχνολογίας και ψηφιακή υστέρηση των ΜμΕ.
- Η μελέτη προτείνει συνεκτική ΕΣΕΤΑΚ, ισχυρότερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς, απλούστευση των διαδικασιών και λειτουργική στρατηγική για δημόσιες προμήθειες καινοτομίας.



