Οι παραγωγοί οπωροκηπευτικών αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες οικονομικές και περιβαλλοντικές πιέσεις, από την άνοδο των δαπανών μέχρι τις διακυμάνσεις της ζήτησης στην αγορά. Οι οργανώσεις παραγωγών είναι εκεί για να τους βοηθούν να ανταποκρίνονται συλλογικά. Έτσι οι γεωργοί μπορούν να προβαίνουν σε κοινές πωλήσεις, να επενδύουν από κοινού σε εξοπλισμό και υποδομές, να βελτιώνουν την ποιότητα των προϊόντων τους και να διαπραγματεύονται καλύτερους όρους με τους αγοραστές. Παρόλα τα οφέλη, οι οργανώσεις παραγωγών χάνουν διαρκώς μερίδιο της αγοράς. Επίσης, μεταξύ 2012 και 2023, ο αριθμός των γεωργών που ήταν μέλη τέτοιων οργανώσεων μειώθηκε κατά 39 %.
«Εάν σκοπός των οργανώσεων παραγωγών είναι να βοηθούν τους γεωργούς να υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους μεγάλους αγοραστές και να προσφέρουν στους καταναλωτές μια μεγάλη ποικιλία ευρωπαϊκών οπωροκηπευτικών, οι κανόνες πρέπει να είναι απλούστεροι, η εθνική στήριξη συνεπέστερη και η συμμετοχή σε αυτές ελκυστικότερη», δήλωσε η Keit Pentus-Rosimannus, Μέλος του ΕΕΣ και υπεύθυνη για τον έλεγχο.
Το 2023, οι οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών έλαβαν από την ΕΕ στήριξη ύψους 1,06 δισ. ευρώ. Η χρηματοδότηση αυτή αξιοποιήθηκε για τον εκσυγχρονισμό εξοπλισμού, την αυτοματοποίηση της παραγωγής, την εξοικονόμηση ενέργειας και νερού, την απόκτηση πιστοποιητικών ποιότητας, τη βελτίωση των συσκευασιών και της εφοδιαστικής και την ανάπτυξη σημάτων ποιότητας αναγνωρίσιμων από τους καταναλωτές. Η σύνδεση των κονδυλίων με την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο ενθαρρύνει επίσης τις οργανώσεις να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών και να σχεδιάζουν την παραγωγή σύμφωνα με τη ζήτηση της αγοράς. Εντούτοις, παρά τη στήριξη της ΕΕ, οι οργανώσεις παραγωγών παραμένουν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους μεγάλους εμπόρους λιανικής.
Οι μεγαλύτερες οργανώσεις παραγωγών μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερους όγκους και ποικιλία προϊόντων, γεγονός που αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ τους. Παρόλα αυτά, στα περισσότερα κράτη μέλη, οι οργανώσεις παραγωγών δεν είναι τόσο μεγάλες ή γνωστές για να διαπραγματεύονται από θέση ισχύος. Το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες είναι τα μόνα κράτη μέλη όπου οι οργανώσεις αυτές έχουν οικονομική βαρύτητα.
Το κλιμάκιο διαπίστωσε και άλλες μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Ορισμένες δεν έχουν καθόλου αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών. Στις υπόλοιπες, το ποσοστό της παραγωγής που διατίθεται στην αγορά μέσω των οργανώσεων αυτών κυμαίνεται από 0,8 % στη Σλοβενία μέχρι 86 % στη Δανία. Η διακύμανση αυτή αποδίδεται σε ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, χωρίς να παραβλέπεται και ο ρόλος των εθνικών επιλογών.
Ορισμένες αρχές αναλαμβάνουν ενεργό συμβουλευτικό ρόλο έναντι των οργανώσεων, επιτρέποντας τη χρηματοδότηση ενός μεγάλου αριθμού δράσεων. Άλλες εφαρμόζουν αυστηρότερους κανόνες επιλεξιμότητας ή παρέχουν λιγότερη υποστήριξη. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού εντός της ενιαίας αγοράς. Αυτό μπορεί επίσης να αποτρέψει τους γεωργούς από τη συμμετοχή σε οργανώσεις παραγωγών ή την υποβολή επιχειρησιακών προγραμμάτων προς εξασφάλιση ενωσιακής χρηματοδότησης. Το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι, παρόλο που η Επιτροπή έχει εντοπίσει ορισμένες από αυτές τις προκλήσεις, δεν έχει κάνει αρκετά για την αντιμετώπισή τους ή για να βοηθήσει τα κράτη μέλη να συγκρίνουν και να εναρμονίσουν τις πρακτικές τους.