Ο Luca Cassetti, Γενικός Γραμματέας της Ecommerce Europe, μιλά στο BizNow για τις προοπτικές των ελληνικών επιχειρήσεων ηλεκτρονικού εμπορίου στην ευρωπαϊκή αγορά. Αναδεικνύει την ευελιξία και τη στενή σχέση με τους πελάτες ως δυνητικά πλεονεκτήματά τους και εξηγεί ότι η διασυνοριακή ανάπτυξη απαιτεί επενδύσεις στην εφοδιαστική, τις επιστροφές, τις πληρωμές, την εξυπηρέτηση πελατών και την τεχνολογία.
Παράλληλα, περιγράφει τα εμπόδια που δημιουργούν ο κανονιστικός κατακερματισμός και οι διαφορετικές εθνικές απαιτήσεις, ζητώντας απλούστευση και ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που πωλούν σε Ευρωπαίους καταναλωτές. Εξηγεί πώς η ψηφιοποίηση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού μπορεί να μειώσει τον διοικητικό φόρτο. Για την τεχνητή νοημοσύνη, τονίζει ότι οι νέοι κανόνες πρέπει να εξισορροπούν την καινοτομία με την προστασία των καταναλωτών, ώστε η Ευρώπη να μη μείνει ακόμη πιο πίσω.
Από τότε που αναλάβατε τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Ecommerce Europe, το 2020, ο ευρωπαϊκός κλάδος του ηλεκτρονικού εμπορίου έχει βρεθεί αντιμέτωπος με σημαντικές αλλαγές στο κανονιστικό, τεχνολογικό και ανταγωνιστικό περιβάλλον. Πώς έχει εξελιχθεί η ατζέντα του κλάδου σε αυτό το διάστημα και ποιες θεωρείτε ότι είναι οι βασικές προτεραιότητές του σήμερα;
Ανέλαβα τη θέση του Γενικού Γραμματέα το 2020, εν μέσω της πανδημίας COVID-19. Ο κλάδος του ηλεκτρονικού εμπορίου αποτέλεσε έναν αξιόπιστο πυλώνα κατά τη διάρκεια της κρίσης, βοηθώντας εκατομμύρια ανθρώπους να αποκτήσουν πρόσβαση σε αγαθά, ακόμη και στις χώρες με τα αυστηρότερα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας. Έκτοτε, το ευρωπαϊκό ηλεκτρονικό εμπόριο έχει μετασχηματιστεί σημαντικά. Ο κλάδος έχει ωριμάσει αισθητά, τόσο ως προς την αξία που δημιουργεί σε ολόκληρη την ΕΕ όσο και ως προς τη σχέση του με τους φορείς χάραξης πολιτικής. Ενώ αρχικά η έμφαση δινόταν κυρίως στη διευκόλυνση της ανάπτυξης του ψηφιακού εμπορίου και στην ολοκλήρωση της Ψηφιακής Ενιαίας Αγοράς, η πολιτική ατζέντα στράφηκε σταδιακά στη διασφάλιση ενός κανονιστικού πλαισίου που χαρακτηρίζεται από συνοχή, τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και εφαρμόζεται αποτελεσματικά, ώστε οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να μπορούν να ανταγωνίζονται. Δυστυχώς, πολλοί από αυτούς τους στόχους παραμένουν ανεκπλήρωτοι.
Τα τελευταία έξι χρόνια, έχουμε δει μια πρωτοφανή διεύρυνση της νομοθεσίας της ΕΕ που επηρεάζει τον κλάδο μας, σε τομείς όπως οι ψηφιακές υπηρεσίες, η προστασία των καταναλωτών, η προστασία των δεδομένων, η ασφάλεια των προϊόντων, η βιωσιμότητα, η φορολογία και οι πληρωμές. Σήμερα, πέρα από τη διασφάλιση της ύπαρξης κατάλληλων κανόνων, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την αυξανόμενη πολυπλοκότητά τους, τις αποκλίσεις στην εφαρμογή τους μεταξύ των κρατών μελών και τον διοικητικό φόρτο που δημιουργούν για τις επιχειρήσεις, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ). Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ολοένα πιο έντονα την απλούστευση, τη βελτίωση της νομοθεσίας και τη μεγαλύτερη έμφαση στην επιβολή της τήρησης των κανόνων, αντί της διαρκούς εισαγωγής νέων νομοθετικών απαιτήσεων. Αυτές οι αρχές βρίσκονται επίσης στον πυρήνα του Μανιφέστου μας για την περίοδο 2024–2029, το οποίο δημοσιεύσαμε ενόψει των τελευταίων ευρωεκλογών.
Παράλληλα, το ανταγωνιστικό περιβάλλον έχει αλλάξει σημαντικά. Μία από τις πλέον πιεστικές ανησυχίες μας σήμερα αφορά την απουσία ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων με έδρα εντός και εκτός της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι όλες οι εταιρείες που πωλούν σε Ευρωπαίους καταναλωτές πρέπει να ακολουθούν τους ίδιους κανόνες, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους. Η διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού βρίσκεται, επομένως, στο επίκεντρο των θεσμικών παρεμβάσεών μας, ιδίως σε θέματα τελωνείων, ασφάλειας προϊόντων, προστασίας καταναλωτών και περιβαλλοντικών απαιτήσεων. Η προσέγγιση αυτή αποβλέπει στη διασφάλιση δίκαιων συνθηκών ανταγωνισμού και στην αποτελεσματική εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ, και όχι στον προστατευτισμό.
Κοιτάζοντας μπροστά, θα ξεχώριζα ορισμένες βασικές προτεραιότητες για τον ευρωπαϊκό κλάδο του ηλεκτρονικού εμπορίου:
- Ανταγωνιστικότητα και απλούστευση: Χρειαζόμαστε μια πραγματικά ενιαία αγορά, στην οποία οι επιχειρήσεις θα μπορούν να αναπτύσσονται πέρα από τα εθνικά σύνορα, χωρίς περιττά διοικητικά και κανονιστικά εμπόδια. Η ατζέντα απλούστευσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί ένα θετικό βήμα, αλλά πρέπει να μεταφραστεί σε απτά αποτελέσματα για τις επιχειρήσεις.
- Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και αποτελεσματική επιβολή των κανόνων: Πρέπει να ενισχύσουμε τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών και να διασφαλίσουμε την ορθή και αποτελεσματική επιβολή των υφιστάμενων κανόνων της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά επιχειρήσεις εγκατεστημένες εκτός ΕΕ που δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους. Η αναθεώρηση του κανονισμού για τη συνεργασία στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών και ο εκσυγχρονισμός των πλαισίων για τα τελωνεία και την ασφάλεια των προϊόντων θα έχουν ιδιαίτερη σημασία από αυτή την άποψη.
- Καινοτομία και ψηφιακός μετασχηματισμός: Η τεχνητή νοημοσύνη, οι νέες λύσεις πληρωμών και τα αναδυόμενα επιχειρηματικά μοντέλα αναδιαμορφώνουν τον κλάδο. Προτεραιότητά μας αποτελεί η διασφάλιση της δυνατότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να αξιοποιήσουν αυτές τις ευκαιρίες, μεταξύ άλλων το εμπόριο που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και το εμπόριο μέσω αυτόνομων πρακτόρων ΤΝ (agentic commerce). Παράλληλα, πρέπει να διατηρούμε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και να προάγουμε ένα κανονιστικό περιβάλλον που ενθαρρύνει την καινοτομία, αντί να δημιουργεί περιττά εμπόδια.
- Βιωσιμότητα και κυκλική οικονομία: Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει σημαντικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση, από τις πιο βιώσιμες λύσεις παράδοσης έως την επισκευή, τη μεταπώληση και την επαναχρησιμοποίηση. Χρειαζόμαστε ένα εναρμονισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο που να στηρίζει τα κυκλικά επιχειρηματικά μοντέλα και, παράλληλα, να διευκολύνει τη συμμόρφωση με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, μεταξύ άλλων μέσω πρωτοβουλιών όπως η δημιουργία ενιαίας θυρίδας (One-Stop Shop) για τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού (Extended Producer Responsibility – EPR).
Τελικός μας στόχος είναι να καταστεί η Ευρώπη πιο ελκυστικός τόπος για την ίδρυση, την ανάπτυξη και τη μεγέθυνση μιας επιχείρησης ηλεκτρονικού εμπορίου. Ο ρόλος μας στην Ecommerce Europe συνίσταται στο να μεταφέρουμε την εμπειρία και την τεχνογνωσία του κλάδου στη διαδικασία χάραξης πολιτικής και να συμβάλλουμε, σε συνεργασία με τα μέλη μας, στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που λειτουργεί στην πράξη για επιχειρήσεις κάθε μεγέθους.
Η ελληνική αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοσύστημα, με τις επιχειρήσεις να επιδιώκουν την ανάπτυξή τους τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και πέρα από τα σύνορα. Με βάση την εικόνα που έχετε για την ευρωπαϊκή αγορά, πού εντοπίζετε τις βασικές ευκαιρίες για το ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο και σε ποιους τομείς εξακολουθούν να υπάρχουν τα μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης;
Από ευρωπαϊκή σκοπιά, βλέπω μια ουσιαστική ευκαιρία για τις ελληνικές επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου να αξιοποιήσουν ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που μπορεί να συνδέονται με μια μικρότερη αγορά. Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, ιδίως οι ΜμΕ και οι εταιρείες που διοικούνται από τους ιδρυτές τους, μπορούν να λειτουργούν με σχετική ευελιξία, να λαμβάνουν γρήγορα αποφάσεις και να διατηρούν στενή επαφή με τους πελάτες τους. Αυτή η εγγύτητα μπορεί να δημιουργήσει ισχυρούς μηχανισμούς ανατροφοδότησης, εμπιστοσύνη και άμεση ανταπόκριση – στοιχεία ιδιαίτερα πολύτιμα στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Μπορεί επίσης να διευκολύνει τη δοκιμή νέων προσεγγίσεων και την ταχεία προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες προσδοκίες των καταναλωτών και στις εξελίξεις της τεχνολογίας.
Η βασική ευκαιρία, κατά την άποψή μου, έγκειται στον συνδυασμό αυτής της ευελιξίας με τις δυνατότητες ανάπτυξης σε μεγαλύτερη κλίμακα που προσφέρει η Ενιαία Αγορά της ΕΕ, παρά τις σημαντικές ατέλειές της. Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να σκέφτονται με ευρωπαϊκό ορίζοντα εξαρχής, αντί να αντιμετωπίζουν τη διασυνοριακή επέκταση ως ένα βήμα που ακολουθεί μόνο όταν η δραστηριότητά τους στην εγχώρια αγορά έχει ωριμάσει πλήρως.
Το ηλεκτρονικό εμπόριο επιτρέπει σε επιχειρήσεις από μικρότερες αγορές να προσεγγίσουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό πελατών. Για να το πετύχουν, όμως, χρειάζεται να επενδύσουν στις βασικές λειτουργίες που καθιστούν βιώσιμη τη διασυνοριακή ανάπτυξη: στην εφοδιαστική (logistics), στις επιστροφές, στις πληρωμές, στην εξυπηρέτηση πελατών και στην τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προσέξουν ώστε, καθώς αναπτύσσονται, να διατηρήσουν ένα από τα δυνητικά πλεονεκτήματά τους. Η στενή επαφή με τους πελάτες και η κατανόηση των αναγκών τους μπορούν να αποτελέσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η πρόκληση συνίσταται στη διατήρηση αυτής της στενής σχέσης, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη των συστημάτων και των υποδομών που απαιτούνται για δραστηριοποίηση σε ευρωπαϊκή κλίμακα.
Η Ευρωπαϊκή Ενιαία Αγορά δίνει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται πέρα από τα σύνορα. Ωστόσο, οι διαφορές στην εφαρμογή των κανόνων σε εθνικό επίπεδο και στις διοικητικές απαιτήσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τους εμπόρους που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο. Γενικότερα, πού εντοπίζετε σήμερα τα σημαντικότερα εμπόδια για μια επιχείρηση που επιδιώκει να επεκταθεί σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές;
Η Ενιαία Αγορά αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντική πολυπλοκότητα όταν δραστηριοποιούνται διασυνοριακά. Η βασική πρόκληση έγκειται στην ελλιπή ακόμη εναρμόνιση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ σε πολλούς τομείς. Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές διαφορές στην εφαρμογή και την ερμηνεία της νομοθεσίας σε εθνικό επίπεδο, ακόμη και σε τομείς που διέπονται από πλήρως εναρμονισμένη νομοθεσία, όπως ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR). Η επιβολή των κανόνων και οι διοικητικές απαιτήσεις επίσης διαφέρουν εντός της ΕΕ. Για έναν έμπορο που δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο και επιδιώκει να επεκταθεί σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές, αυτές οι διαφορές μπορούν γρήγορα να μεταφραστούν σε σημαντικό κόστος, νομική αβεβαιότητα και λειτουργική πολυπλοκότητα.
Ο κανονιστικός κατακερματισμός και ο διοικητικός φόρτος παραμένουν, επομένως, μεταξύ των βασικών εμποδίων για τη διασυνοριακή επέκταση. Για παράδειγμα, στο πεδίο της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού, οι επιχειρήσεις που πωλούν προϊόντα σε περισσότερα κράτη μέλη ενδέχεται να χρειάζεται να εγγράφονται σε διαφορετικά εθνικά συστήματα, να συμμορφώνονται με διαφορετικές απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και να διαχειρίζονται διαφορετικές δομές χρεώσεων. Αυτό δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες για τις ΜμΕ, οι οποίες συχνά στερούνται ομάδων που ασχολούνται αποκλειστικά με τη συμμόρφωση.
Ένα ακόμη εμπόδιο αφορά τη φορολογία και το κόστος συμμόρφωσης. Παρότι η εισαγωγή του καθεστώτος της ενιαίας θυρίδας (One-Stop Shop – OSS) έχει απλουστεύσει τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις ΦΠΑ για τις διασυνοριακές πωλήσεις, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να πρέπει να διαχειρίζονται διαφορετικούς εθνικούς συντελεστές ΦΠΑ, καθώς και άλλες φορολογικές και διοικητικές απαιτήσεις. Ιδίως για τους μικρότερους εμπόρους, οι πόροι που απαιτούνται για την κατανόηση και την τήρηση των κανόνων κάθε αγοράς μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο στην επέκτασή τους. Άλλα εμπόδια μπορεί να σχετίζονται με την παράδοση των προϊόντων, τη γλώσσα, τις τοπικές μεθόδους και προτιμήσεις πληρωμών, καθώς και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις μάρκετινγκ κάθε αγοράς.
Η παρουσία εταιρειών και πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου από τρίτες χώρες έχει εντείνει τη συζήτηση για τον ανταγωνισμό, τη συμμόρφωση και την εποπτεία της αγοράς στην Ευρώπη. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει, ώστε να διασφαλιστούν πραγματικά ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ ευρωπαϊκών και μη ευρωπαϊκών επιχειρήσεων;

Το κρίσιμο ζήτημα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης μιας εταιρείας, αφορά το κατά πόσον συμμορφώνεται με τους κανόνες που διέπουν την Ενιαία Αγορά και αν η συμμόρφωσή της ελέγχεται εξίσου διεξοδικά με εκείνη των εταιρειών που είναι ήδη εγκατεστημένες και δραστηριοποιούνται στην Ένωση. Οι επιχειρήσεις με έδρα στην ΕΕ επενδύουν σημαντικούς πόρους για να ανταποκριθούν στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, την ασφάλεια των προϊόντων, τα περιβαλλοντικά πρότυπα, τη φορολογία και άλλες κανονιστικές υποχρεώσεις. Όταν επιχειρήσεις με έδρα εκτός ΕΕ πωλούν σε Ευρωπαίους καταναλωτές χωρίς να εκπληρώνουν τις ίδιες υποχρεώσεις, δημιουργείται σημαντική ανισορροπία στον ανταγωνισμό. Τα μέλη μας εκτίμησαν ότι το πλεονέκτημα κόστους που προκύπτει για τις επιχειρήσεις οι οποίες δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες μπορεί να ανέρχεται σε τουλάχιστον 40%, φέρνοντας τις συμμορφούμενες επιχειρήσεις σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση.
Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά η επιβολή των κανόνων υστερεί σε σχέση με την ταχεία αύξηση των εισαγωγών μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου. Θεωρούμε ότι απαιτείται άμεση δράση σε αρκετούς τομείς. Πρώτον, χρειαζόμαστε ισχυρότερη και καλύτερα συντονισμένη εποπτεία της αγοράς και επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών. Οι εθνικές αρχές πρέπει να διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, την τεχνογνωσία και τα εργαλεία για να εντοπίζουν τις επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες και να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να έχει ισχυρότερο ρόλο στον συντονισμό των ενεργειών επιβολής της νομοθεσίας και, όπου ενδείκνυται, να ηγείται ακόμη και των ενεργειών αυτών, σε περιπτώσεις εκτεταμένων παραβάσεων της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών σε περισσότερα κράτη μέλη. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η επιβολή των κανόνων είναι αρκετά γρήγορη και αποτελεσματική, ώστε να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο. Οι χρονοβόρες έρευνες και οι κατακερματισμένες διαδικασίες επιτρέπουν τη συνέχιση πρακτικών που παραβιάζουν τους κανόνες, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και φέρνοντας σε μειονεκτική θέση τις επιχειρήσεις που τους τηρούν. Η απλούστευση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών, η ενίσχυση της διασυνοριακής επιβολής των κανόνων και η διασφάλιση αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων είναι, επομένως, απαραίτητες.
Η αναθεώρηση του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα έχει προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων αδυναμιών αυτού του πλαισίου, τη βελτίωση της ιχνηλασιμότητας των εισαγόμενων αγαθών και τη διασφάλιση της δυνατότητας των τελωνειακών αρχών να εντοπίζουν αποτελεσματικότερα τα προϊόντα που δεν πληρούν τις ισχύουσες απαιτήσεις. Αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με ισχυρότερη συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών και των φορέων εποπτείας της αγοράς, καθώς και με την αξιοποίηση τεχνολογικών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένης της αυτοματοποιημένης παρακολούθησης του διαδικτύου, για τον εντοπισμό προϊόντων που πωλούνται ηλεκτρονικά και ενδέχεται να μην πληρούν τις απαιτήσεις.
Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων, την προστασία των καταναλωτών και το περιβάλλον εφαρμόζονται εξίσου σε όλες τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους. Αυτό απαιτεί τόσο σαφή και αποτελεσματική νομοθεσία όσο και αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας για τις επιχειρήσεις με έδρα εκτός ΕΕ, όταν πωλούν απευθείας σε Ευρωπαίους καταναλωτές.
Μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εκστρατεία της Ecommerce Europe υπέρ των ισότιμων όρων ανταγωνισμού στο ηλεκτρονικό εμπόριο στον ιστότοπό μας.
Πώς μπορεί η Ευρώπη να συνδυάσει την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων με τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις; Ειδικότερα, καθώς η μετάβαση στην κυκλική οικονομία δημιουργεί νέες υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου που δραστηριοποιούνται σε περισσότερες από μία χώρες, πώς θα μπορούσαν οι απαιτήσεις αυτές να απλουστευθούν και να εναρμονιστούν; Τι θα σήμαινε μια τέτοια προσέγγιση στην πράξη για μια επιχείρηση ηλεκτρονικού εμπορίου;
Όπως ανέφερα προηγουμένως, η απλούστευση και η ψηφιοποίηση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη μπορεί να μειώσει τον διοικητικό φόρτο για τις επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου. Από τη δημοσίευση της Στρατηγικής για την Ενιαία Αγορά, τον Μάιο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κάνει σημαντικά βήματα για την προετοιμασία νομοθετικών προτάσεων που αποσκοπούν στην περαιτέρω εναρμόνιση, απλούστευση και ψηφιοποίηση των κατακερματισμένων εθνικών συστημάτων διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού.
Μεταξύ των αναγκαίων μέτρων για τη μείωση του διοικητικού φόρτου που αντιμετωπίζουν τόσο οι εταιρείες όσο και οι αρχές, ώστε να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της κυκλικότητας, η ψηφιοποίηση των συστημάτων EPR θα πρέπει να καταλαμβάνει υψηλή θέση στην ατζέντα των φορέων χάραξης πολιτικής. Τα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να προσφέρουν άμεση μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου σε κανονιστικά περιβάλλοντα όπου η πολυπλοκότητα, ο κατακερματισμός και οι αποκλίσεις επιμένουν — όπως συμβαίνει με τα συστήματα EPR στην ΕΕ. Ωστόσο, έως σήμερα, οι πολιτικές που προωθούν την ψηφιοποίηση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις EPR και της παρακολούθησής της έχουν αξιοποιηθεί σε περιορισμένο βαθμό. Ο στόχος της απλούστευσης της συμμόρφωσης και της βελτίωσης της διασυνοριακής επιβολής των υποχρεώσεων EPR μέσω της ενισχυμένης ψηφιοποίησης αποτελεί κοινή επιδίωξη για ένα ευρύ φάσμα φορέων που συμμετέχουν στην εφαρμογή αυτών των συστημάτων.
Όπως αναφέρεται στη Στρατηγική για την Ενιαία Αγορά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεσμευτεί να εξετάσει τη δημιουργία μιας ψηφιακής ενιαίας θυρίδας για την πληροφόρηση, την εγγραφή και την υποβολή στοιχείων σχετικά με τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού. Ενθαρρυμένη από αυτή τη δέσμευση, μια άτυπη ομάδα οργανώσεων, στην οποία συμμετέχει ενεργά η Ecommerce Europe, ανταλλάσσει απόψεις για τα χαρακτηριστικά μιας λειτουργικής ενιαίας θυρίδας για την EPR, ικανής να αποφέρει αποτελέσματα για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Πριν από το καλοκαίρι, η «Συμμαχία για μια ψηφιακή ενιαία θυρίδα EPR στην ΕΕ» (Coalition for a digital EU EPR OSS), όπως ονομάζεται η ομάδα, τόνισε τη σημασία της τοποθέτησης της ψηφιοποίησης στο επίκεντρο των πρωτοβουλιών απλούστευσης της EPR σε επίπεδο ΕΕ. Παράλληλα, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει τη δημιουργία μιας ψηφιακής ενιαίας θυρίδας για την EPR, με κάλυψη σε ολόκληρη την ΕΕ, στο πλαίσιο της επικείμενης Πράξης για την Κυκλική Οικονομία (Circular Economy Act). Με άλλα λόγια, μια τέτοια θυρίδα θα επέτρεπε την απρόσκοπτη ανταλλαγή πληροφοριών συμμόρφωσης μεταξύ, αφενός, των επιχειρήσεων που υπάγονται στις υποχρεώσεις EPR και, αφετέρου, των οργανώσεων και των αρχών που εφαρμόζουν τα σχετικά συστήματα. Η Συμμαχία έχει επίσης καταθέσει σειρά συστάσεων για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του μελλοντικού συστήματος στο πλαίσιο της επικείμενης Πράξης για την Κυκλική Οικονομία.
Η παράδοση των προϊόντων και η εφοδιαστική παραμένουν κρίσιμα στοιχεία της εμπειρίας στο ηλεκτρονικό εμπόριο, ιδίως στις διασυνοριακές συναλλαγές. Πού εντοπίζετε σήμερα τα μεγαλύτερα περιθώρια βελτίωσης στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα παραδόσεων, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους καταναλωτές;
Η παράδοση αποτελεί κρίσιμο μέρος της εμπειρίας στο ηλεκτρονικό εμπόριο, όπως και κάθε άλλο στάδιο της αγοραστικής διαδρομής. Μια προβληματική παράδοση μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την εμπειρία, να προκαλέσει δυσαρέσκεια στους καταναλωτές και, τελικά, να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη τους. Γι’ αυτό οι έμποροι που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο και οι εταιρείες παράδοσης συνεχίζουν να επενδύουν στην εφοδιαστική, ώστε να διασφαλίζουν την ομαλή παράδοση σε ολόκληρη την ΕΕ και να συμβαδίζουν με τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες των καταναλωτών. Στο πλαίσιο αυτό, τόσο οι λιανέμποροι όσο και οι πάροχοι υπηρεσιών εφοδιαστικής πρέπει να ανταποκρίνονται στις αυξανόμενες προσδοκίες για τις επιλογές παράδοσης, την παρακολούθηση των αποστολών, την ταχύτητα και την εξυπηρέτηση.
Όταν συζητούμε για την παράδοση, χρειάζεται να λαμβάνουμε υπόψη ότι το τοπίο μπορεί να διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, καθώς η υπηρεσία αυτή πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσαρμόζεται στις διαφορετικές γεωγραφικές συνθήκες και στις καταναλωτικές συμπεριφορές. Τα ευρήματα της έκθεσής μας για το ηλεκτρονικό εμπόριο μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών (B2C) για το 2026 επιβεβαιώνουν ότι οι τρόποι παράδοσης διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών. Παράλληλα, δείχνουν ότι οι θυρίδες παραλαβής δεμάτων, τα σημεία παραλαβής και άλλες επιλογές παραλαβής εκτός κατοικίας αναπτύσσονται σε πολλές αγορές. Αυτό αναδεικνύει πώς το οικοσύστημα παραδόσεων μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να βελτιώνεται: με επενδύσεις σε καινοτόμες λύσεις, διασφάλιση του ανταγωνισμού και προώθηση ενός ευρέος φάσματος επιλογών για τους καταναλωτές ως προς την τιμή και την εξυπηρέτηση.
Όπως σε κάθε τομέα της Ενιαίας Αγοράς, θα πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή στις ΜμΕ, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν πλήρως και να αναπτύσσονται. Πρέπει να διασφαλίσουμε την άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να υπάρχουν και των δυσανάλογων επιβαρύνσεων, όπως οι υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και οι απαιτήσεις αδειοδότησης και έγκρισης.
Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης με δυνατότητα αυτόνομης δράσης (agentic AI) δημιουργεί την προοπτική ψηφιακών συστημάτων που μπορούν να αναζητούν, να συγκρίνουν και να επιλέγουν προϊόντα για λογαριασμό των καταναλωτών. Κοιτάζοντας μπροστά, πώς αναμένετε ότι αυτή και άλλες τεχνολογικές εξελίξεις θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο οι λιανέμποροι ανταγωνίζονται και αναπτύσσονται στην Ευρώπη;
Η ραγδαία αύξηση των λύσεων τεχνητής νοημοσύνης με δυνατότητα αυτόνομης δράσης αποτελεί μία ακόμη σημαντική εξέλιξη στην αγορά. Όλα τα μέλη μας αναφέρουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που αφορούν την εξυπηρέτηση πελατών, την τιμολόγηση, την εξατομίκευση, τη δημιουργία περιεχομένου και άλλες λειτουργίες. Αυτά τα εργαλεία μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά τα δεδομένα για τις επιχειρήσεις, ιδίως για τις ΜμΕ.
Από την πλευρά των καταναλωτών, παρατηρούμε επίσης μια αντίστοιχη τάση υιοθέτησης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για την καθοδήγηση των αγοραστικών αποφάσεων. Παρακολουθούμε επίσης στενά τις εξελίξεις εκτός ΕΕ σχετικά με λύσεις ολοκλήρωσης αγορών (checkout) που είναι πλήρως ενσωματωμένες σε εφαρμογές συνομιλίας με τεχνητή νοημοσύνη (AI chatbots) ή σε διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης και επιτρέπουν στους καταναλωτές να ολοκληρώνουν τις αγορές τους χωρίς να επισκέπτονται τους ιστότοπους των επιχειρήσεων ηλεκτρονικού εμπορίου.
Από νομοθετική σκοπιά, γνωρίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει πλέον την αυτοματοποιημένη σύναψη συμβάσεων στο πλαίσιο της τεχνητής νοημοσύνης. Χρειάζεται, επομένως, να παραμείνουμε σε εγρήγορση, ώστε να διασφαλίσουμε ότι οι μελλοντικοί κανόνες δεν θα παρεμποδίζουν την ανάπτυξη και τη διάθεση λύσεων τεχνητής νοημοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι νέοι κανόνες πρέπει να επιτυγχάνουν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στη δυνατότητα των επιχειρήσεων να καινοτομούν και στην προστασία των καταναλωτών. Διαφορετικά, η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει ακόμη πιο πίσω στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αυτές οι εξελίξεις είναι πιθανό να αναδιαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο οι λιανέμποροι ανταγωνίζονται και αναπτύσσονται στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι ακριβείς επιπτώσεις τους στον κλάδο μένει ακόμη να φανούν.




