Η Ευρώπη συνδυάζει χαμηλές τιμές τηλεπικοινωνιών με επέκταση των δικτύων και συνολικά ανθεκτικούς παρόχους, διατηρώντας όμως υστέρηση στις μέσες ταχύτητες λήψης και σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ χωρών. Η νέα έκθεση του BEREC παρεμβαίνει στη συζήτηση για το μελλοντικό ρυθμιστικό πλαίσιο, αμφισβητώντας ότι οι περισσότερες συγχωνεύσεις εξασφαλίζουν υψηλότερες επενδύσεις και καλύτερες υπηρεσίες.
Η ευρωπαϊκή αγορά τηλεπικοινωνιών προσφέρει υπηρεσίες σε αισθητά χαμηλότερες τιμές από τις ΗΠΑ, επεκτείνει τα δίκτυα οπτικών ινών και 5G και διατηρεί συνολικά ανθεκτικούς παρόχους. Την ίδια στιγμή, οι μέσες ταχύτητες λήψης υπολείπονται των διεθνών πρωτοπόρων και η μετάβαση στις νέες υποδομές παραμένει άνιση. Αυτή η συνύπαρξη επιτευγμάτων και εκκρεμοτήτων βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης της BEREC, του Σώματος Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, η οποία αμφισβητεί ότι η χαλάρωση των κανόνων ανταγωνισμού και οι περισσότερες συγχωνεύσεις προσφέρουν τεκμηριωμένη λύση στις επενδυτικές ανάγκες του κλάδου.
Η τελική έκθεση συγκρίνει την ΕΕ των 27 με μεγάλες αγορές, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Κίνα. Η σημασία της για τη συζήτηση γύρω από το μελλοντικό ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο βρίσκεται στην αξιολόγηση του ανταγωνισμού μαζί με τις επενδύσεις, την ποιότητα και την οικονομική υγεία των εταιρειών. Η BEREC θεωρεί ότι ο συνδυασμός προληπτικής ρύθμισης, πρόσβασης στις υποδομές και διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων έχει αποδώσει οφέλη στους χρήστες, αφήνοντας συγκεκριμένα πεδία βελτίωσης.
Η χαμηλή τιμή και η πραγματική ποιότητα της σύνδεσης
Το ισχυρότερο ευρωπαϊκό πλεονέκτημα αφορά τη σχέση τιμής και παρεχόμενης υπηρεσίας. Για το 2022, ο μέσος όρος των φθηνότερων προσφορών σταθερού internet μεταξύ 200 και 999 Mbps διαμορφωνόταν στην ΕΕ στα 24,94 ευρώ, έναντι 49,25 ευρώ στις αμερικανικές πολιτείες που εξετάστηκαν. Στις συνδέσεις τουλάχιστον 1 Gbps, οι αντίστοιχες τιμές ήταν 35,17 και 80,08 ευρώ. Οι αποκλίσεις γίνονταν μεγαλύτερες στα συνδυαστικά πακέτα σταθερού internet, τηλεφωνίας και τηλεόρασης, όπου ο μέσος όρος των φθηνότερων αμερικανικών προσφορών ήταν περίπου 3,4 έως 3,7 φορές υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό, ανάλογα με την ταχύτητα.
Η ίδια κατεύθυνση εμφανίζεται στα δεδομένα κινητής. Το 2022, ο μέσος όρος των φθηνότερων προσφορών για πακέτο αποκλειστικά δεδομένων 20 GB ήταν 16,15 ευρώ στην ΕΕ, 37,87 ευρώ στις ΗΠΑ και 46,73 ευρώ στη Νότια Κορέα. Για 50 GB, η ευρωπαϊκή τιμή ήταν 19,89 ευρώ, έναντι 43,23 ευρώ στις ΗΠΑ και 21,39 ευρώ στην Ιαπωνία. Η ευρωπαϊκή προσιτότητα πλησίαζε επομένως την ιαπωνική, με σαφώς μεγαλύτερη απόσταση από την αμερικανική αγορά.
Πρόκειται για συγκρίσεις προσφορών προσαρμοσμένων στην τοπική αγοραστική δύναμη, με το ευρωπαϊκό μέγεθος να προκύπτει από τον μέσο όρο των φθηνότερων επιλογών ανά κράτος. Τα αμερικανικά στοιχεία αφορούν Καλιφόρνια, Κολοράντο και Νέα Υόρκη. Συνεπώς, αποτυπώνουν διαθέσιμες οικονομικές επιλογές και όχι τον μέσο λογαριασμό όλων των συνδρομητών. Η διακρατική σύγκριση βασίζεται κυρίως στο 2022, ενώ τα νεότερα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν περαιτέρω υποχώρηση: το 2024, στα 21,91 ευρώ για σταθερό internet 200–999 Mbps και στα 11,95 ευρώ για 20 GB κινητών δεδομένων.
Η ποιότητα προσθέτει μια δεύτερη διάσταση. Στα συγκρίσιμα στοιχεία του 2022, οι ευρωπαϊκές σταθερές συνδέσεις είχαν περίπου 40% χαμηλότερη ταχύτητα λήψης από τις αμερικανικές, αλλά 8% υψηλότερη ταχύτητα αποστολής και 38% μικρότερη καθυστέρηση. Στην κινητή, η λήψη ήταν περίπου 35% χαμηλότερη, με ταχύτερη αποστολή και 26% μικρότερη καθυστέρηση. Οι μετρήσεις της Ookla βασίζονται κυρίως σε δοκιμές που ξεκινούν οι χρήστες και αποτυπώνουν την εμπειρία στη συσκευή τους. Η BEREC στηρίζει σε αυτή τη συνδυαστική εικόνα το συμπέρασμά της για την ευρωπαϊκή σχέση αξίας και τιμής, αναγνωρίζοντας παράλληλα το έλλειμμα στη λήψη δεδομένων.
Η απόσταση ανάμεσα στην κάλυψη και τη χρήση
Η επέκταση των υποδομών δίνει μετρήσιμα αποτελέσματα. Η κάλυψη των ευρωπαϊκών νοικοκυριών με οπτική ίνα μέχρι τις εγκαταστάσεις του χρήστη, FTTP, αυξήθηκε από 49,7% το 2021 σε 69,2% το 2024. Η ΕΕ ξεπερνούσε το αντίστοιχο αμερικανικό 56,5%, ενώ παρέμενε πίσω από την εκτιμώμενη ιαπωνική κάλυψη 99,8%. Στον δείκτη περιλαμβάνονται τόσο συνδεδεμένα νοικοκυριά όσο και όσα μπορούν να συνδεθούν κατόπιν αιτήματος. Η διαθεσιμότητα της υποδομής, συνεπώς, διαφέρει από την ενεργή συνδρομή. Υπάρχει επίσης τεχνική διαφοροποίηση στη σύγκριση: τα ευρωπαϊκά στοιχεία περιλαμβάνουν ίνα μέχρι την κατοικία ή το κτίριο, FTTH και FTTB, ενώ τα αμερικανικά αφορούν FTTH.
Αυτή η διάκριση «φωτίζει» μια βασική ευρωπαϊκή εκκρεμότητα. Το 2024, τα νοικοκυριά με σύνδεση FTTP αντιστοιχούσαν στο 39,9% του συνόλου στην ΕΕ, έναντι 71,1% στην Ιαπωνία και 28,7% στις ΗΠΑ. Η BEREC συνδέει την υιοθέτηση με πολλούς παράγοντες: τις τιμές, τη διαθεσιμότητα, τη διατήρηση παλαιότερων δικτύων, την ανταγωνιστική πίεση για μετάβαση στην ίνα και την αντίληψη των χρηστών για τις ανάγκες τους. Η βελτίωση της κινητής ευρυζωνικότητας προσφέρει επίσης εναλλακτική επιλογή σε ορισμένα νοικοκυριά. Η μετατροπή της κάλυψης σε χρήση απαιτεί επομένως αξιολόγηση των συνθηκών κάθε αγοράς.
Οι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι καλύπτουν μεγάλες αποκλίσεις. Πορτογαλία, Ισπανία, Ρουμανία, Γαλλία και Σουηδία κατατάσσονταν υψηλότερα από την Ιαπωνία στη διείσδυση οπτικής ίνας. Αντίστοιχα, η Γαλλία ξεπερνούσε το 2024 όλες τις άλλες εξεταζόμενες αγορές στις ταχύτητες λήψης και αποστολής σταθερού internet. Παρά την πρόοδο, έξι κράτη της ΕΕ εξακολουθούσαν να έχουν διείσδυση FTTP κάτω από 20%, έναντι δέκα τρία χρόνια νωρίτερα. Το ευρωπαϊκό αποτέλεσμα περιλαμβάνει έτσι αγορές διεθνούς πρωτοπορίας και χώρες με σημαντική απόσταση προς κάλυψη.
Στο 5G, η μέση ευρωπαϊκή κάλυψη έφθασε το 94,3% το 2024 και οκτώ κράτη, ανάμεσά τους η Ελλάδα, είχαν φθάσει σε κάλυψη του 100% των νοικοκυριών. Ο δείκτης περιλαμβάνει δίκτυα standalone και non-standalone. Αφορά νοικοκυριά στην ΕΕ, ενώ στις άλλες αγορές αφορά πληθυσμό, με την έκθεση να χρησιμοποιεί μια απλουστευτική παραδοχή συγκρισιμότητας. Στην ευρωπαϊκή ύπαιθρο, η κάλυψη ήταν 79,6%, κοντά στο 82% των ΗΠΑ και στο 85% της Κίνας. Οι διαφορετικοί ορισμοί των αγροτικών περιοχών και η γεωγραφία περιορίζουν την ακρίβεια της σύγκρισης. Στη σταθερή ευρυζωνικότητα τουλάχιστον 100 Mbps, η ευρωπαϊκή αγροτική κάλυψη παρέμενε οριακά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Οι συγχωνεύσεις και το αβέβαιο επενδυτικό αντάλλαγμα
Ο BEREC διατυπώνει σαφή θέση για τη συγκέντρωση της αγοράς: το υφιστάμενο πλαίσιο επιτρέπει εξαγορές και συγχωνεύσεις, τόσο διασυνοριακά όσο και εντός κρατών, με όρους όπου χρειάζεται για την προστασία του ανταγωνισμού. Η έκθεση παραθέτει την εξαγορά της Vodafone Italia από τη Swisscom και την κοινοπραξία Orange–MásMóvil στην Ισπανία. Στη δεύτερη περίπτωση, η μεταβίβαση φάσματος στη Digi συνέβαλε στη διατήρηση τεσσάρων παικτών στη λιανική αγορά, παρότι η συναλλαγή θα περιόριζε τους παρόχους δικτύου κινητής από τέσσερις σε τρεις.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το αποτέλεσμα της μεγαλύτερης κλίμακας. Ο BEREC σημειώνει ότι ορισμένοι μεγάλοι όμιλοι περιορίζουν τη διεθνή παρουσία τους για να επικεντρωθούν σε βασικές αγορές. Η Vodafone αποχώρησε από αγορές όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ουγγαρία, ενώ η Telefónica έχει δηλώσει πρόθεση εντονότερης συγκέντρωσης σε Ισπανία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Βραζιλία. Κατά την έκθεση, αυτές οι κινήσεις υποδηλώνουν πιθανώς φθίνουσες αποδόσεις της διεθνούς κλίμακας πέρα από κάποιο επίπεδο. Για τον BEREC, η αξία της μεγαλύτερης κλίμακας εξαρτάται από τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που μπορεί να αξιοποιήσει ένας όμιλος.
Η εμπειρική βιβλιογραφία που εξετάζεται προσθέτει επιφυλάξεις απέναντι στην υπόθεση ότι λιγότεροι πάροχοι οδηγούν σε περισσότερες επενδύσεις. Μελέτη των Lear και συνεργατών για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με δεδομένα 29 χωρών του ΟΟΣΑ για το 2009–2019, συσχετίζει έναν επιπλέον πάροχο δικτύου κινητής με περίπου 7% χαμηλότερο μέσο έσοδο ανά χρήστη. Μία από τις αναλύσεις συσχετίζει επίσης τον επιπλέον πάροχο με 10% υψηλότερες επενδύσεις κινητών τηλεπικοινωνιών σε επίπεδο χώρας. Άλλες μεθοδολογικές προσεγγίσεις δίνουν λιγότερο σαφή ή στατιστικά αξιόπιστη σχέση μεταξύ αριθμού παρόχων και επενδύσεων.
Οι συσχετίσεις αυτές χρειάζονται προσοχή και διαφέρουν από μια εγγύηση συγκεκριμένου αποτελέσματος για κάθε συναλλαγή. Ωστόσο, ο BEREC παραθέτει και προηγούμενη έρευνά του για συγχωνεύσεις σε Αυστρία, Ιρλανδία και Γερμανία, η οποία βρήκε ενδείξεις αυξήσεων τιμών βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σε σύγκριση με το σενάριο χωρίς συγχώνευση, ακόμη και με μέτρα υπέρ εικονικών παρόχων. Το συμπέρασμα της έκθεσης αφορά ακριβώς αυτό το ισοζύγιο: η συγκέντρωση μπορεί να επιβαρύνει τους χρήστες, ενώ τα οφέλη για επενδύσεις και καινοτομία παραμένουν αβέβαια.
Η οικονομική αντοχή πίσω από τον επενδυτικό κύκλο
Η οικονομική εικόνα των παρόχων έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συζήτηση για τη χαλάρωση των κανόνων. Η έκθεση εξετάζει λειτουργική κερδοφορία, απόδοση κεφαλαίων, ταμειακές ροές και επενδυτική ένταση. Η S&P προβλέπει στην έκθεσή της για τις πιστωτικές προοπτικές του 2026 ότι το περιθώριο κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων, EBITDA, των ευρωπαϊκών εταιρειών θα παραμείνει περίπου στο 40% τα επόμενα χρόνια. Πρόκειται για πρόβλεψη λειτουργικού περιθωρίου, η οποία χρειάζεται να συνεκτιμηθεί με το κόστος κεφαλαίου και τις μεγάλες απαιτήσεις επένδυσης σε υποδομές.
Στην ομάδα 14 τηλεπικοινωνιακών εταιρειών που χρησιμοποιεί ο BEREC, η μέση απόδοση απασχολούμενων κεφαλαίων, ROCE, αυξήθηκε από 8,89% το 2023 σε 10,96% το 2024 και υποχώρησε σε 9,44% το 2025. Το τελευταίο μέγεθος παρέμενε πάνω από τις τιμές του 2021–2023. Ο BEREC εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκοί πάροχοι επιτυγχάνουν κατά μέσο όρο αποδόσεις υψηλότερες από το κόστος κεφαλαίου τους, αναγνωρίζοντας διαφορές ανά εταιρεία και επενδυτικό κύκλο. Η υποχώρηση του ROCE το 2025 περιορίζει, πάντως, την εικόνα μιας συνεχούς βελτίωσης της απόδοσης κεφαλαίων.
Στην επενδυτική ένταση, η έκθεση επικαλείται στοιχεία του ΟΟΣΑ για την κινητή: το 2023, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 19,6% των εσόδων των ευρωπαϊκών παρόχων, έναντι 18,3% στις ΗΠΑ και τον Καναδά και 17,8% στην Ασία και τον Ειρηνικό. Ο δείκτης μετρά το ποσοστό των εσόδων που επανεπενδύεται, με διαφορετικό περιεχόμενο από την απόλυτη δαπάνη ή την επένδυση ανά σύνδεση. Η BEREC τον επιλέγει λόγω διαθεσιμότητας και αξιοπιστίας των δεδομένων, αναγνωρίζοντας την αξία συμπληρωματικών μετρήσεων.
Καθώς ωριμάζουν οι επενδύσεις σε ίνα και 5G, οι αναλύσεις που παραθέτει η έκθεση αναμένουν μείωση της έντασης των κεφαλαιουχικών δαπανών και ενίσχυση των ταμειακών ροών. Η αντικατάσταση του χαλκού με ίνα εκτιμάται ότι θα περιορίσει και το λειτουργικό κόστος. Παραμένουν ανάγκες για επέκταση κάλυψης, με χώρες να βρίσκονται σε διαφορετικό σημείο του κύκλου. Η BEREC αξιολογεί συνολικά θετικά τις προοπτικές, διατηρώντας αυτές τις βελτιώσεις στο πεδίο των αναμενόμενων εξελίξεων.
Το ρυθμιστικό ζητούμενο για την επόμενη φάση
Το ευρωπαϊκό μοντέλο στηρίζεται σε εθνικές ρυθμιστικές αρχές που λειτουργούν μέσα σε κοινό πλαίσιο, με συντονισμό του BEREC και εποπτεία της Κομισιόνιτροπής. Οι προληπτικές υποχρεώσεις σε αγορές με σημαντική ισχύ παρόχων και η πρόσβαση χονδρικής επιτρέπουν σε ανταγωνιστές να προσφέρουν υπηρεσίες και, όπου είναι βιώσιμο, να αναπτύσσουν σταδιακά δικές τους υποδομές. Ο BEREC συνδέει αυτόν τον συνδυασμό ανταγωνισμού σε υπηρεσίες και δίκτυα με την ποικιλία επιλογών και τα οφέλη για τους τελικούς χρήστες.
Οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν παράλληλα διαφορετικές αφετηρίες. Οι ΗΠΑ βασίζονται περισσότερο στον ανταγωνισμό μεταξύ ιδιόκτητων υποδομών και στην παρέμβαση εκ των υστέρων. Η Αυστραλία συνδυάζει ιδιωτικό ανταγωνισμό στη λιανική με δημόσια υποδομή χονδρικής, ενώ η Κίνα διατηρεί εκτεταμένο κρατικό έλεγχο. Τα αποτελέσματα χρειάζεται επομένως να διαβάζονται μαζί με τη δομή κάθε αγοράς. Για την BEREC, η ισορροπία μεταξύ βιώσιμων παρόχων και προσιτών υπηρεσιών αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο επιτυχίας, πέρα από τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις.
Η έκθεση καταλήγει ότι τα οικονομικά στοιχεία συνολικά προσφέρουν ανεπαρκή δικαιολογία για χαλάρωση της τηλεπικοινωνιακής ρύθμισης ή των ελέγχων συγχωνεύσεων. Η θέση αυτή συνυπάρχει με σαφείς εκκρεμότητες: υψηλότερες ταχύτητες λήψης, μεγαλύτερη χρήση οπτικών ινών και κάλυψη περιοχών που υστερούν. Για τη δημόσια πολιτική, το ζητούμενο μεταφέρεται στην αντιμετώπιση αυτών των συγκεκριμένων αδυναμιών και στην αξιολόγηση κάθε συναλλαγής με βάση τις επιπτώσεις της. Η μεγαλύτερη κλίμακα κρίνεται από όσα προσφέρει σε επενδύσεις, ποιότητα και τιμές, με το όφελος για τον χρήστη να παραμένει κεντρικό μέτρο της ευρωπαϊκής επίδοσης.
Τα κρίσιμα σημεία
- Η ΕΕ προσφέρει συγκριτικά προσιτές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και καλές επιδόσεις στην καθυστέρηση απόκρισης, διατηρώντας υστέρηση στις μέσες ταχύτητες λήψης έναντι των διεθνών πρωτοπόρων.
- Η κάλυψη με οπτική ίνα έφθασε το 69,2% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών το 2024, ενώ οι ενεργές συνδέσεις FTTP αντιστοιχούσαν στο 39,9% του συνόλου. Η απόσταση μεταξύ διαθεσιμότητας και χρήσης συνυπάρχει με σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ κρατών.
- Κατά την BEREC, οι συγχωνεύσεις μπορούν να αυξήσουν τις τιμές χωρίς σαφώς τεκμηριωμένα επενδυτικά οφέλη, ενώ η συνολική οικονομική κατάσταση του κλάδου προσφέρει ανεπαρκή δικαιολογία για χαλάρωση των κανόνων.
Βασικές πηγές
- BEREC, «Europe’s Telecom Reality Check — BEREC Fact finding report on connectivity, competition and regulatory highlights in different jurisdictions», BoR (26) 137, 1 Οκτωβρίου 2026.
- BEREC, «Europe’s telecom sector delivers great value for money and shows progress, but still has ground to cover on some dimensions», συνοδευτική παρουσίαση των ευρημάτων της έκθεσης.




