Σύμφωνα με νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), οι προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές της ΕΕ συχνά δεν προστατεύονται αποτελεσματικά, η δε Ένωση δεν αναμένεται να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει για τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος με ορίζοντα το 2030. Παρά τις φιλόδοξες δεσμεύσεις για την προστασία της βιοποικιλότητας και τη σταδιακή επέκταση του δικτύου των προστατευόμενων περιοχών, σε πολλές από αυτές δεν εφαρμόζονται επαρκή μέτρα διατήρησης, ούτε υπάρχει σχεδιασμός για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ενώ καταγράφονται και προβλήματα στελέχωσης και χρηματοδότησης. Οι διαδικασίες εμπλοκής των διάφορων συμφεροντούχων έχουν βέβαια γίνει περισσότερο συμπεριληπτικές, παραμένουν ωστόσο ασυνεπείς, περιορίζοντας έτσι περαιτέρω την αποτελεσματικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των προσπαθειών διατήρησης του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
«Η ΕΕ έχει σημειώσει πρόοδο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό θαλάσσιων περιοχών ως προστατευόμενων, αλλά ο έλεγχός μας έδειξε ότι η πραγματική πρόκληση συνίσταται στη μετουσίωση του χαρακτηρισμού αυτού σε πραγματική προστασία. Για να μεταφραστεί η πολιτική φιλοδοξία σε απτά αποτελέσματα για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, χρειάζονται ταχύτερη δράση, κατάλληλα μέτρα προστασίας και ένα συνεκτικότερο δίκτυο στις θάλασσες της ΕΕ», δήλωσε η Iliana Ivanova, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο. «Αν θέλουμε την αποτελεσματική λειτουργία των προστατευόμενων θαλάσσιων περιοχών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συνεργαστούν ενεργά με τους τοπικούς συμφεροντούχους.»
Το ΕΕΣ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: η ΕΕ έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιτύχει τον στόχο που έχει θέσει για το 2030 όσον αφορά την προστασία του 30 % των θαλάσσιων υδάτων και την υπαγωγή του 10 % αυτών σε καθεστώς αυστηρής προστασίας. Σήμερα, περίπου το 14 % των θαλάσσιων υδάτων της ΕΕ έχουν χαρακτηριστεί προστατευόμενες περιοχές και λιγότερο από το 1 % βρίσκεται υπό καθεστώς αυστηρής προστασίας. Το κλιμάκιο ελέγχου διαπίστωσε επίσης ότι το υφιστάμενο δίκτυο δεν λειτουργεί ως συνεκτικό οικολογικό σύστημα και ότι σημαντικοί οικότοποι ανοικτής θάλασσας και βαθέων υδάτων εξακολουθούν να μην προστατεύονται επαρκώς.
Είναι γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός μιας θαλάσσιας περιοχής ως προστατευόμενης δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αποτελεσματική προστασία της. Η ΕΕ δεν διαθέτει εναρμονισμένο σύστημα κατηγοριών προστασίας και αντίστοιχων δραστηριοτήτων, συμβατών με τους στόχους διατήρησης. Για παράδειγμα, παρόλο που η αλιεία και άλλες δραστηριότητες που προκαλούν βλάβες στον θαλάσσιο βυθό συνιστούν μείζονα απειλή για τη θαλάσσια βιοποικιλότητα, το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι αλιευτικοί περιορισμοί ισχύουν σε μικρό μόνο ποσοστό των προστατευόμενων περιοχών. Το ΕΕΣ κατανοεί την πολυπλοκότητα της θέσπισης μέτρων διατήρησης με επιπτώσεις στους αλιευτικούς στόλους περισσότερων του ενός κρατών μελών. Ωστόσο, ζητεί ενίσχυση της συνεργασίας σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, ώστε ο χαρακτηρισμός θαλάσσιων περιοχών ως «προστατευόμενων» να μετουσιωθεί σε εναρμονισμένα, συγκεκριμένα και αποτελεσματικά μέτρα. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε και στην αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών προκλήσεων: αναγκαία για την αποτελεσματική δράση διατήρησης είναι η κινητοποίηση σημαντικών και προβλέψιμων χρηματοδοτικών πόρων, που σήμερα είναι διάσπαρτοι σε εθνικούς προϋπολογισμούς και διάφορα ενωσιακά μέσα.
Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι η ανεπαρκής συμμετοχή των συμφεροντούχων μπορεί να αποδυναμώσει την κοινωνική βιωσιμότητα, τη διαφάνεια και τη δημόσια στήριξη για τα μέτρα διατήρησης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, ιδίως όταν οι παράκτιες κοινότητες υφίστανται σοβαρές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Μολονότι τα κράτη μέλη διαβουλεύονται όλο και περισσότερο με τους διάφορους συμφεροντούχους με τρόπους περισσότερο συμπεριληπτικούς, αυτοί που επηρεάζονται από τις αποφάσεις πρέπει να έχουν περισσότερες ευκαιρίες να συμβάλουν στη διαμόρφωσή τους. Θα πρέπει επίσης να προσδιοριστούν μέτρα για τον μετριασμό των αρνητικών κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων των μέτρων διατήρησης.




