Στο πλαίσιο του άτυπου συμβουλίου ECOFIN που έλαβε χώρα στην Κοπεγχάγη, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανέλαβε κατόπιν πρόσκλησης της Δανικής Προεδρίας τον συντονισμό της θεματικής συζήτησης για την καινοτομία και την ψηφιοποίηση. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντάλλαξαν απόψεις σχετικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής, την ιεράρχηση των στρατηγικών οικονομικών κλάδων και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των εμποδίων που καθυστερούν τον τεχνολογικό μετασχηματισμό στην Ευρώπη.
Κατά τον συντονισμό της συζήτησης, ο κ. Πιερρακάκης μετέφερε την προσωπική του εμπειρία από τον ψηφιακό μετασχηματισμό του ελληνικού κράτους, υπογραμμίζοντας ότι η προώθηση της καινοτομίας και της ψηφιοποίησης αποτελεί κεντρικό μοχλό για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επεσήμανε την κρισιμότητα της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς, σύμφωνα με τις προτάσεις των εκθέσεων Λέτα και Ντράγκι, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εξάλειψη των «αόρατων εμποδίων» που προκαλούν κατακερματισμό της οικονομίας και περιορίζουν την ανάπτυξη κλίμακας. «Χρειαζόμαστε μια αλλαγή νοοτροπίας στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον ανταγωνισμό, ώστε να δημιουργηθούν περισσότεροι ευρωπαϊκοί πρωταθλητές και να αξιοποιηθεί η ενιαία αγορά για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ο Έλληνας Υπουργός αναφέρθηκε στην ανάγκη για την ολοκλήρωση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων στη στήριξη νεοφυών επιχειρήσεων, αλλά τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας των κατάλληλων συνθηκών ώστε οι ευρωπαϊκές startups να μπορούν να αναπτύσσονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε μεγάλη κλίμακα. Πρόσθεσε επίσης ότι καίριας σημασίας είναι η αλλαγή στον τρόπο σύναψης των δημοσίων συμβάσεων και η μείωση του χρόνου υλοποίησής τους. Η εμπειρία της πανδημίας με το ευρωπαϊκό ψηφιακό πιστοποιητικό, όπως είπε, ανέδειξε τη σημασία της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, τονίζοντας ότι «τα κέρδη για πολίτες και επιχειρήσεις θα είναι τεράστια, εφόσον καταφέρουμε να την επιτύχουμε στην πράξη».
Σε εθνικό επίπεδο, ο κ. Πιερρακάκης επέμεινε στην υιοθέτηση στοχευμένων μεταρρυθμίσεων, προτείνοντας συγκεκριμένα την ίδρυση υπουργείων Ψηφιακής Διακυβέρνησης σε όλα τα κράτη-μέλη, τη δημιουργία ενιαίων κυβερνητικών πυλών στα πρότυπα του gov.gr, την καθιέρωση της ψηφιακής ταυτότητας, τον εκσυγχρονισμό των δικτύων κινητής και σταθερής ευρυζωνικότητας, καθώς και τη διάθεση κατάλληλων εργαλείων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Υπογράμμισε δε, ότι σε πολιτικό επίπεδο οι ευκαιρίες υπερβαίνουν το φάσμα των δυσκολιών, δηλώνοντας πως «ορισμένες μεταρρυθμίσεις, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, είναι εξαιρετικά δημοφιλείς και μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα. Οι αλλαγές είναι εκθετικές και οι κυβερνήσεις οφείλουν να υποστηρίξουν όσους κινδυνεύουν να μείνουν πίσω, ώστε η ψηφιακή μετάβαση να είναι δίκαιη, αποτελεσματική και συνολικά επωφελής για την κοινωνία και την οικονομία».
Μετά την ολοκλήρωση της θεματικής συνεδρίασης, ο κ. Πιερρακάκης παρουσίασε τα συμπεράσματα της συζήτησης στην ολομέλεια του ECOFIN, παρουσία της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, του αρμόδιου για την οικονομία Ευρωπαίου Επιτρόπου, Βάλντις Ντομπρόβσκις, και του Διευθυντή Ευρώπης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Άλφρεντ Κάμερ. Στην προηγηθείσα συνεδρίαση του Eurogroup, ο Έλληνας Υπουργός αναφέρθηκε στις συνέπειες της πολυπλοκότητας του ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού εργαλείου ποσοτικοποίησης των διοικητικών βαρών και παρουσιάζοντας την ελληνική πλατφόρμα ΜΙΤΟΣ ως παράδειγμα καλής πρακτικής, τονίζοντας ότι ανάλογες πρωτοβουλίες απλούστευσης πρέπει να προωθηθούν στη χρηματοπιστωτική νομοθεσία, με τρόπο που να διασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τα δημόσια οικονομικά και την προστασία των καταναλωτών.
Στην ίδια συνεδρίαση του Eurogroup επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία για τη διαδικασία καθορισμού του ανώτατου ορίου κατοχής ψηφιακού ευρώ. «Το κόστος ευκαιρίας από την καθυστέρηση υιοθέτησης του ψηφιακού ευρώ είναι σημαντικό. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να προχωρήσουμε με γοργούς ρυθμούς, ώστε η Ευρώπη να μη βρεθεί πίσω στον παγκόσμιο ανταγωνισμό», τόνισε στην παρέμβασή του. Η στάση του ήταν εναρμονισμένη με την αρχική του δήλωση κατά την άφιξή του στην Κοπεγχάγη, όπου είχε τονίσει την ανάγκη η Ευρώπη να αυξήσει το επίπεδο της φιλοδοξίας της, όχι απλώς εξαλείφοντας εμπόδια, αλλά ενώνοντας δυνάμεις σε στρατηγικούς τομείς όπως οι ψηφιακές υποδομές και οι τηλεπικοινωνίες, και απλοποιώντας τις δημόσιες συμβάσεις σε πεδία όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια και η πράσινη μετάβαση, με στόχο μια οικονομία που ενθαρρύνει την καινοτομία.
Στο περιθώριο των συνεδριάσεων, ο Υπουργός επισκέφθηκε το Κέντρο Εφοδιαστικής Αλυσίδας της UNICEF και τα γραφεία του ΟΗΕ στην Κοπεγχάγη. Η επίσκεψη αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη δημιουργία του Διεθνούς Κέντρου Εφοδιαστικής Αλυσίδας του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τη μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους για την Ελλάδα. Οι παρεμβάσεις αυτές αντικατοπτρίζουν τη στρατηγική της χώρας, η οποία, όπως ανέφερε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του στη Wall Street Journal, «μετά από δέκα χρόνια υπαρξιακής κρίσης, δεν σκοπεύει να χάσει την οικονομική της δυναμική».
Στην ίδια συνέντευξη, ο κ. Πιερρακάκης τόνισε την ανάγκη για κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων, αποκαλύπτοντας ότι η κυβέρνηση εγκαινίασε ένα νέο ταμείο καινοτομίας και υποδομών με στόχο να προσελκύσει έως και 1 δισεκατομμύριο ευρώ σε ιδιωτικά κεφάλαια. Ανέδειξε τις μεταρρυθμίσεις, από την ψηφιοποίηση μέχρι την αύξηση της εξαγωγικής επίδοσης της χώρας από 20% του ΑΕΠ το 2008 σε 40% σήμερα, ως παράγοντες που αλλάζουν την εικόνα της Ελλάδας. Στάθηκε, τέλος, στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, σημειώνοντας ότι «η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι τόσο οι εμπορικοί δασμοί των ΗΠΑ, όσο η γενικότερη αβεβαιότητα στην παγκόσμια οικονομία», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για σταθερότητα και περιορισμό της αβεβαιότητας.



