Σε μία κίνηση που στοχεύει στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, η προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ και οι διαπραγματευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατέληξαν σε προσωρινή συμφωνία για την απλούστευση του προγράμματος InvestEU. Η συμφωνία αποσκοπεί στην αύξηση της επενδυτικής ικανότητας της Ένωσης, διευκολύνοντας την κινητοποίηση πρόσθετων δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων. Η αναθεωρημένη νομοθεσία θα υποστηρίξει περαιτέρω συγκεκριμένες πολιτικές της ΕΕ, ιδίως στους τομείς που αφορούν την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, τη Συμφωνία για μια Καθαρή Βιομηχανία, την αμυντική βιομηχανική πολιτική και τη στρατιωτική κινητικότητα, ενώ επιδιώκει να διευκολύνει τη συνεισφορά των κρατών μελών στο πρόγραμμα και να απλοποιήσει τις διοικητικές απαιτήσεις.
Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας είναι η αύξηση της εγγύησης της ΕΕ κατά 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό από τα 26,2 στα 29,1 δισεκατομμύρια ευρώ, με τις επίσημες δηλώσεις να κάνουν λόγο για δυνατότητα κινητοποίησης επενδύσεων τουλάχιστον 50 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η νέα ρύθμιση διευκολύνει επίσης τον συνδυασμό της εγγύησης του InvestEU με διαθέσιμους πόρους από τρία προγενέστερα προγράμματα: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ), τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΜΣΕ) και τη διευκόλυνση «InnovFin», μια πρωτοβουλία του ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για τη στήριξη της έρευνας και της καινοτομίας. Αναμένεται επίσης να ενισχυθεί η ελκυστικότητα του σκέλους του προγράμματος που αφορά τα κράτη μέλη και επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες εθνικές προτεραιότητες.
Πέρα από την οικονομική ενίσχυση, η αναθεωρημένη νομοθεσία εισάγει σημαντικές απλουστεύσεις στις διοικητικές διαδικασίες, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση κόστους περίπου 350 εκατομμυρίων ευρώ. Συγκεκριμένα, η συμφωνία αναθεωρεί τον ορισμό των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και μειώνει τον αριθμό των δεικτών για τους οποίους οι εταίροι υλοποίησης θα πρέπει να υποβάλλουν αναφορές για πράξεις μικρής κλίμακας που δεν υπερβαίνουν τις 300.000 ευρώ. Επιπλέον, μειώνεται η συχνότητα και το εύρος των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων από τους εταίρους υλοποίησης, μεταβαίνοντας από εξαμηνιαία σε ετήσια βάση. Αυτό αναμένεται να μειώσει τον διοικητικό φόρτο για τους εταίρους υλοποίησης, τους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές και τους τελικούς αποδέκτες.
Η Marie Bjerre, Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Δανίας, χαρακτήρισε τη συμφωνία ως ένα αναγκαίο πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση των ρυθμιστικών βαρών, τονίζοντας ότι «αν η Ευρώπη θέλει να παραμείνει ανταγωνιστική, χρειαζόμαστε λιγότερη πολυπλοκότητα, εξυπνότερους κανόνες και ισχυρότερες επενδύσεις, και πρέπει να ακολουθήσουν και περαιτέρω δράσεις». Από την πλευρά του, ο Morten Bødskov, Υπουργός Βιομηχανίας, Επιχειρήσεων και Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων, επισήμανε ότι η συμφωνία αποτελεί απάντηση στην έκθεση Draghi για την ανάγκη αύξησης των ευρωπαϊκών επενδύσεων, ειδικά υπό το φως του ανταγωνισμού από χώρες όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ. Εξήρε επίσης τη μείωση της γραφειοκρατίας «τόσο για τις εταιρείες που υποβάλλουν αίτηση για τα κεφάλαια όσο και για τους εταίρους υλοποίησης».
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη δέσμη μέτρων «Omnibus II». Η πορεία προς τη συμφωνία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2024, όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη να προωθήσουν τις εργασίες ως απάντηση στις εκθέσεις των Enrico Letta και Mario Draghi. Στη συνέχεια, η Διακήρυξη της Βουδαπέστης της 8ης Νοεμβρίου 2024 ζήτησε την «έναρξη μιας επανάστασης απλούστευσης». Ως συνέχεια, η Επιτροπή υπέβαλε τη σχετική πρόταση στις 26 Φεβρουαρίου 2025. Στις 20 Μαρτίου 2025, οι ηγέτες της ΕΕ προέτρεψαν τους συννομοθέτες να προωθήσουν κατά προτεραιότητα και με υψηλό επίπεδο φιλοδοξίας τις δύο πρώτες δέσμες Omnibus. Για να τεθεί σε ισχύ, η σημερινή προσωρινή συμφωνία πρέπει να εγκριθεί επίσημα από τους συννομοθέτες.



