Σε ρυθμούς σταθεροποίησης, με εξαιρετικά ήπιες ανοδικές τάσεις που όμως παραμένουν μακριά από τα επίπεδα των ώριμων αγορών της Ευρώπης, κινείται το ηλεκτρονικό εμπόριο στον κλάδο των τροφίμων, όπως προέκυψε από τη σημερινή συνέντευξη τύπου της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ). Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του BizNow για την πορεία του κλάδου στις ψηφιακές πλατφόρμες και την τεχνολογία, ο πρόεδρος της Ένωσης, κ. Αριστοτέλης Παντελιάδης, διευκρίνισε πως το μερίδιο των ηλεκτρονικών πωλήσεων -συμπεριλαμβανομένων των συνεργασιών με πλατφόρμες διανομής- εκτιμάται στο εύρος του 3% έως 3,5% επί του συνολικού κύκλου εργασιών. Ο κλάδος δεν αναμένει άμεσα θεαματικές μεταβολές ή κάποια εκρηκτική ανατροπή, καθώς η αγορά φαίνεται να έχει βρει τις ισορροπίες της στη μετά-COVID εποχή, παραμένοντας ωστόσο πολύ πίσω σε διείσδυση συγκριτικά με το εξωτερικό.
Η συγκεκριμένη εικόνα αποδίδεται από τους εκπροσώπους του κλάδου σε τέσσερα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς και κουλτούρας. Πρώτον, το σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα λειτουργεί ως σημείο κοινωνικής επαφής και εξόδου. Δεύτερον, σε αντίθεση με τη Βόρεια Ευρώπη όπου κυριαρχούν τα τυποποιημένα αγαθά, στην Ελλάδα υπάρχει υψηλή ζήτηση για φρέσκα προϊόντα (μαναβική) που πωλούνται χύμα, με τον καταναλωτή να επιθυμεί την προσωπική επιλογή τους. Τρίτον, παραμένει ισχυρή η προτίμηση για διαπροσωπική εξυπηρέτηση στους πάγκους κοπής κρεάτων και τυριών. Τέταρτον, το κόστος των μεταφορικών, το οποίο πλέον χρεώνεται σχεδόν καθολικά, λειτουργεί αποτρεπτικά για τη μαζική υιοθέτηση του online καναλιού από τον μέσο καταναλωτή.
Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, επισημάνθηκε στο BizNow ότι ο κλάδος βρίσκεται σε φάση αναζήτησης και πειραματισμού. Οι πρώτες και αμεσότερες εφαρμογές εντοπίζονται στην εξατομικευμένη προσέγγιση του πελάτη, ωστόσο η διοίκηση της ΕΣΕ ξεκαθάρισε πως πρόκειται για επενδύσεις που δεν θα φέρουν άμεση απόδοση. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε πως σε αυτή τη φάση εκμάθησης είναι αναμενόμενο οι επιχειρήσεις να κάνουν λάθη και να καταναλώσουν σημαντικούς πόρους για να επιτύχουν αρχικά μέτρια αποτελέσματα, μέχρι να εντοπίσουν τις βέλτιστες πρακτικές που θα προσδώσουν ουσιαστική αξία στη λειτουργία τους.
Πέραν των τεχνολογικών ζητημάτων, η ΕΣΕ παρουσίασε μια εικόνα έντονης οικονομικής πίεσης, με την καθαρή κερδοφορία προ φόρων να υποχωρεί περαιτέρω το 2024 στο 1,65% από 1,84% την προηγούμενη χρονιά, βάσει δείγματος 43 αλυσίδων. Η διοίκηση της Ένωσης υπογράμμισε ότι το λειτουργικό κόστος αυξάνεται ταχύτερα από τις πωλήσεις, διαψεύδοντας, όπως αναφέρθηκε, την ύπαρξη υπερκερδών. Ενδεικτικά, αναλύθηκε πως σε μια απόδειξη 100 ευρώ, τα 63,10 ευρώ αφορούν το κόστος αγοράς από προμηθευτές, τα 23,70 ευρώ καλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα, τα 13,80 ευρώ αποδίδονται στο κράτος ως ΦΠΑ και μόλις 1,40 ευρώ αντιστοιχεί στο καθαρό κέρδος της επιχείρησης σούπερ μάρκετ.
Αναλύοντας τη δομή του λειτουργικού κόστους, τονίστηκε ότι η μεγαλύτερη δαπάνη αφορά τη μισθοδοσία, η οποία αντιστοιχεί στο 62,6% των εξόδων, ενώ η ενέργεια καταλαμβάνει το 6,8%. Παρουσιάστηκαν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο μέσος μικτός μηνιαίος μισθός στον κλάδο αυξήθηκε από 1.219 ευρώ το 2023 σε 1.341 ευρώ το 2024. Παράλληλα, έγινε λόγος για υπέρογκες αυξήσεις στα ενοίκια ακινήτων κατά την ανανέωση συμβολαίων, με ακραία παραδείγματα αυξήσεων έως και 260%, καθώς και για διπλασιασμό των δημοτικών τελών. Παρά τη χαμηλή κερδοφορία, ο κλάδος έχει προχωρήσει σε επενδύσεις ύψους 3,5 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο μακροοικονομικό περιβάλλον και τη σύγκριση της αγοραστικής δύναμης. Τα στοιχεία έδειξαν ότι από το 2008 έως το 2024, το διαθέσιμο εισόδημα στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 55%, ενώ στην Ελλάδα η αντίστοιχη αύξηση ήταν μόλις 5%, δημιουργώντας μια τεράστια ψαλίδα που επιτείνει την αίσθηση της ακρίβειας. Σχετικά με τη διαδρομή των τιμών από το χωράφι στο ράφι, η ΕΣΕ παρουσίασε δεδομένα που αποδίδουν τις αποκλίσεις στα κόστη παραγωγής, μεταφοράς, συσκευασίας και στις απώλειες προϊόντων (φύρα) που αγγίζουν το 10%, ενώ επισημάνθηκε ότι το κράτος εισπράττει περίπου το 1/4 της τελικής αξίας μέσω φόρων.
Σε θεσμικό επίπεδο, η Ένωση άσκησε κριτική στην πολιτική των προστίμων, χαρακτηρίζοντάς τα ως κινήσεις εντυπωσιασμού που τροφοδοτούν τον λαϊκισμό χωρίς να λύνουν το πρόβλημα. Ζητούμενο αποτελεί η μείωση του κρατικού παρεμβατισμού και της γραφειοκρατίας. Σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου της ΕΣΕ, οι στρατηγικοί στόχοι για το 2026 περιλαμβάνουν την πλήρη εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας, την επιτάχυνση της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης, καθώς και την περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας. Τέλος, προβλέπεται συνέχιση της συγκέντρωσης του κλάδου, με την αγορά να κινείται σταδιακά προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα των 4 έως 6 μεγάλων παικτών.



