Η Oxford Economics παρουσίασε τις εκτιμήσεις της για την πορεία της ελληνικής οικονομίας σε μια ανάλυση με τίτλο «Could the 2020s be Greece’s decade?». Σύμφωνα με τους οικονομολόγους Paolo Grignani και Nicola Nobile, η ελληνική οικονομία αναμένεται να επιτύχει ανάπτυξη 2,2% κατά το τρέχον έτος. Η πρόβλεψη αυτή τοποθετεί την Ελλάδα σε τροχιά υπεραπόδοσης έναντι της Ευρωζώνης, για την οποία ο οίκος αναμένει ανάπτυξη 1,1%. Η εγχώρια ζήτηση και η κατανάλωση παραμένουν οι κεντρικοί πυλώνες που στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα.
Για το έτος 2027, ο οίκος προβλέπει αισθητή επιβράδυνση στο 1,7%, γεγονός που καθιστά τις εκτιμήσεις του πιο επιφυλακτικές σε σύγκριση με τους επίσημους ελληνικούς θεσμούς. Ο Grignani σημείωσε ότι είναι συντηρητικότερος ο οίκος σε σχέση με την Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Οικονομικών, που προβλέπουν υψηλότερα ποσοστά. Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στις εκτιμήσεις για τη δημοσιονομική πολιτική και την πορεία των επενδύσεων. Οι αναλυτές τονίζουν ότι η αβεβαιότητα γύρω από τη σύνθεση του ΑΕΠ παραμένει παρά τη θετική τάση.
Η οικονομική ανάπτυξη και οι προκλήσεις διεθνώς
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Oxford Economics επισημαίνει ότι ο εμπορικός προστατευτισμός θα συνεχίσει να επηρεάζει τις διεθνείς συναλλαγές, παρά την ώθηση από την τεχνητή νοημοσύνη. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει προκλήσεις από το υψηλό ενεργειακό κόστος και την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωζώνη αναμένεται να εμφανίσει ανάπτυξη 1,1% το 2026, με τη δημοσιονομική πολιτική να διαφοροποιεί τις επιδόσεις μεταξύ των κρατών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να συνεχίσουν την υπεραπόδοσή τους λόγω της χαλαρής πολιτικής και της τεχνολογικής ανόδου.
Η ελληνική οικονομία επηρεάζεται από αυτό το περιβάλλον, με την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική να λειτουργεί ανασχετικά στην ανάπτυξη. Σύμφωνα με την ανάλυση, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα προκύπτουν τόσο από την υπεραπόδοση των εσόδων όσο και από την υποεκτέλεση κρατικών δαπανών. Η κυβέρνηση συστηματικά δεν επιτυγχάνει τους στόχους της για τις δημόσιες επενδύσεις, με τις πραγματικές δαπάνες να υπολείπονται των προϋπολογισμών. Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί, επηρεάζοντας τη συνολική αναπτυξιακή δυναμική τα επόμενα έτη.
Το ιστορικό ορόσημο για το δημόσιο χρέος
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης αφορά το δημόσιο χρέος, το οποίο ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η Oxford Economics εκτιμά ότι στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027, η Ελλάδα θα βρεθεί κάτω από την Ιταλία στη λίστα των πιο χρεωμένων χωρών. Επιπλέον, προβλέπεται ότι γύρω στο 2028 και το χρέος της Γαλλίας θα ξεπεράσει το ελληνικό. Αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί μια αλλαγή στη δημοσιονομική εικόνα της Ευρωζώνης και της Ελλάδας.
Στον τομέα της απασχόλησης, το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από τα επίπεδα του 2008 κατά τη διάρκεια του 2026. Παράλληλα, η πραγματική κατά κεφαλήν κατανάλωση προβλέπεται να ξεπεράσει τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την οικονομική κρίση. Αυτά τα ορόσημα αντανακλούν τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, αν και η Oxford Economics προειδοποιεί για τη δυσκολία περαιτέρω μείωσης της ανεργίας. Η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και η μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες.
Ο ρόλος της μεταποίησης και του τουρισμού
Ο κλάδος της μεταποίησης αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας, παρουσιάζοντας συνεχή αύξηση της προστιθέμενης αξίας. Ο Grignani υπογράμμισε τη σημασία της στροφής της παραγωγής προς προϊόντα υψηλής αξίας (high-end), γεγονός που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα. Η βιομηχανική παραγωγή και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της μεταποίησης ακολουθούν ανοδική τροχιά από το 2021. Αυτή η εξέλιξη συχνά διαφεύγει της προσοχής, αλλά αποτελεί δομικό στοιχείο της ανάκαμψης.
Ο τουρισμός συνεχίζει να στηρίζεται από την ισχυρή παγκόσμια ζήτηση υπηρεσιών, η οποία παραμένει ανθεκτική παρά την αβεβαιότητα. Οι αφίξεις τουριστών αναμένεται να σημειώσουν νέα ιστορικά ρεκόρ τα επόμενα χρόνια, με την Ευρώπη να αποτελεί την κύρια πηγή επισκεπτών. Παρά τις πληθωριστικές πιέσεις, η τουριστική κίνηση ενισχύει τις εξαγωγές υπηρεσιών και το ΑΕΠ. Η Oxford Economics προβλέπει ότι οι διεθνείς αφίξεις θα διατηρήσουν τη δυναμική τους καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας.
Οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι και το δημογραφικό πρόβλημα
Η ολοκλήρωση των χρηματοδοτήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης (NextGenEU) αποτελεί σημείο καμπής για τις επενδύσεις στην Ελλάδα. Μετά το 2026, αναμένεται οι ιδιωτικές επενδύσεις να παρουσιάσουν στασιμότητα ή πολύ χαμηλούς ρυθμούς αύξησης. Η εξάρτηση της επενδυτικής δραστηριότητας από τα κοινοτικά δάνεια καθιστά την οικονομία ευάλωτη μετά τη λήξη τους. Η Oxford Economics εκτιμά ότι η αύξηση των επενδύσεων εκτός κατοικιών θα επιβραδυνθεί σημαντικά μετά το τέλος του προγράμματος.
Στο πεδίο των κινδύνων, ένας σκληρός εμπορικός πόλεμος θεωρείται το πλέον αρνητικό σενάριο για την ελληνική ανάπτυξη. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αφαιρέσει περίπου 0,5 ποσοστιαίες μονάδες από τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης τα επόμενα τρία έτη. Άλλοι κίνδυνοι περιλαμβάνουν μια πιθανή ύφεση στον τομέα της τεχνολογίας ή μια αυστηρότερη δημοσιονομική σύσφιγξη. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας θα δοκιμαστεί σε περίπτωση επιδείνωσης του διεθνούς εμπορικού κλίματος.
Μακροπρόθεσμα, το δημογραφικό πρόβλημα παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση για την οικονομική επιβίωση της χώρας. Η συνεχής μείωση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας επηρεάζει αρνητικά το δυνητικό προϊόν και την προσφορά εργασίας. Η Oxford Economics προβλέπει ότι η συμβολή της εργασίας στην ανάπτυξη θα καταστεί αρνητική τις επόμενες δεκαετίες. Η αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων σε κεφάλαιο θα είναι απαραίτητες για την αντιστάθμιση αυτών των απωλειών.
Πιστοληπτική αξιολόγηση και το μέλλον της Ελλάδας
Αναφορικά με την πιστοληπτική αξιολόγηση, ο Paolo Grignani δήλωσε ότι αναμένει περαιτέρω αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους στο μέλλον. Ωστόσο, τόνισε ότι οι αποδόσεις των ομολόγων βρίσκονται ήδη σε πολύ χαμηλά επίπεδα, γεγονός που περιορίζει την επίδραση των αναβαθμίσεων. Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ήδη πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό, επομένως οι μελλοντικές κινήσεις των οίκων θα έχουν αμελητέο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία. Η υπεραπόδοση της Ελλάδας δεν οφείλεται στις αξιολογήσεις, αλλά στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη.
Συνολικά, η Ελλάδα έχει υπεραποδώσει έναντι της Ευρωζώνης κατά 6% από το 2021. Η Oxford Economics εκτιμά ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί μέχρι το 2030, αν και με πιο μετριοπαθείς ρυθμούς. Η μεταποίηση, ο τουρισμός και η κατανάλωση θα παραμείνουν οι κινητήριοι μοχλοί, ενώ το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται. Η πρόκληση για την επόμενη φάση είναι η διατήρηση των επενδύσεων και η αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας.



