Με διάμεση ηλικία περίπου 47 ετών το 2025, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τις γηραιότερες πληθυσμιακές δομές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διάμεση ηλικία της ΕΕ ανήλθε σε 44,9 έτη, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στις χώρες με τις υψηλότερες τιμές, μετά την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία. Η έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετεί τη γήρανση και τη μείωση του πληθυσμού στον πυρήνα των μελλοντικών πιέσεων για την εργασία, τις υπηρεσίες φροντίδας και τις περιφέρειες.
Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα τοποθετείται σε περίπου 1,2 παιδιά ανά γυναίκα το 2025, ενώ η έκθεση τον φέρνει κοντά στο 1,5 έως το 2100. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες και περιοχές όπου συγκεντρώνεται η προβλεπόμενη διαρκής πληθυσμιακή υποχώρηση. Σε τμήματα της χώρας, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων προβλέπεται να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 30 ποσοστιαίες μονάδες, σε συνθήκες πολύ χαμηλής γονιμότητας και περιορισμένης εισροής ατόμων εργασιακής ηλικίας.
Η ελληνική διάσταση της ευρωπαϊκής γήρανσης
Σε επίπεδο ΕΕ, ο πληθυσμός προβλέπεται να περιοριστεί από 450,6 εκατομμύρια στις αρχές του 2025 σε περίπου 445 εκατομμύρια το 2050 και σε 398,8 εκατομμύρια το 2100. Έως τα μέσα του αιώνα, σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους της Ένωσης αναμένεται να είναι τουλάχιστον 65 ετών, από περίπου έναν στους πέντε σήμερα. Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση έφθασε τα 81,5 έτη το 2024, ενώ η αναλογία των ατόμων άνω των 65 ετών προς τον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας προβλέπεται να αυξηθεί σε ολόκληρη την Ένωση.
Περίπου 20% των ατόμων εργασιακής ηλικίας βρίσκεται εκτός εργατικού δυναμικού στην ΕΕ, ενώ το χάσμα απασχόλησης μεταξύ γυναικών και ανδρών ανέρχεται σε περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, 8 εκατομμύρια νέοι βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης. Η έκθεση σημειώνει ότι η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών, των νέων, των μεγαλύτερων εργαζομένων, των μακροχρόνια ανέργων και των μεταναστών μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού.
Με βάση σενάριο σύγκλισης των ποσοστών συμμετοχής όλων των κρατών μελών με εκείνα της Σουηδίας, η προβλεπόμενη μείωση του εργατικού δυναμικού την περίοδο 2025-2070 περιορίζεται στο 2,8%, ή 5,9 εκατομμύρια άτομα. Με σταθερά ποσοστά συμμετοχής, η αντίστοιχη μείωση υπολογίζεται σε 15,6%, ή 33,2 εκατομμύρια άτομα. Η έκθεση περιγράφει την κατάρτιση, την επανειδίκευση, την παραγωγικότητα και την προσέλκυση εξειδικευμένων εργαζομένων από τρίτες χώρες ως βασικά πεδία πολιτικής.
Η αυξανόμενη ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνοδεύεται από μεγαλύτερη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας. Ο αριθμός των ατόμων άνω των 50 ετών που ενδέχεται να χρειάζονται τέτοια υποστήριξη προβλέπεται να αυξηθεί από 36 εκατομμύρια το 2025 σε 48 εκατομμύρια το 2070. Από αυτούς, περίπου 18,4 εκατομμύρια αναμένεται να είναι ηλικίας 80 έως 89 ετών και 6,3 εκατομμύρια άνω των 90 ετών.
Η μέση δημόσια δαπάνη για μακροχρόνια φροντίδα στην ΕΕ προβλέπεται να ανέλθει από 1,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,5% το 2070. Στον κλάδο εργάζονταν 3,3 εκατομμύρια άνθρωποι το 2025, με τις γυναίκες να αντιστοιχούν στο 86% του προσωπικού. Η έκθεση αναφέρει δυσκολίες προσέλκυσης και διατήρησης εργαζομένων, που συνδέονται με τις συνθήκες εργασίας, τις αμοιβές και τις περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.
Πολιτικές για δεξιότητες, στέγαση και περιφέρειες
Η εργαλειοθήκη για τη δημογραφία, που υιοθετήθηκε τον Οκτώβριο του 2023, παρέχει στα κράτη μέλη πλαίσιο για την ενσωμάτωση των δημογραφικών τάσεων στις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές πολιτικές. Περιλαμβάνει μέτρα για τη συμμετοχή στην εργασία, τη στήριξη των γονέων, την ενδυνάμωση των νεότερων γενεών και τη διαχείριση των αναγκών που δημιουργεί η γήρανση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Επιτροπή αναφέρεται στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Προσιτή Στέγαση, στη στρατηγική για τη διαγενεακή δικαιοσύνη, στη στρατηγική κατά της φτώχειας, στην Ένωση Δεξιοτήτων και στην ευρωπαϊκή στρατηγική για τη φροντίδα. Η πρότασή της για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, για την περίοδο 2028-2034, περιλαμβάνει τη δημογραφική μεταβολή στους στόχους των εθνικών και περιφερειακών σχεδίων εταιρικής σχέσης.



