Η γυναικεία απασχόληση στην Ελλάδα αυξάνεται, όμως το χάσμα μεταξύ γυναικών και ανδρών παραμένει το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη μελέτη «Μεταξύ φύλων» της διαΝΕΟσις. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ηλικίας 20-64 ετών έχει φτάσει στο 59,9%, ενώ η απόσταση από τους άνδρες ανέρχεται σε 18,8 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 10 στην ΕΕ.
Οι ανισότητες επεκτείνονται στις αμοιβές και στην κατανομή της οικογενειακής φροντίδας. Το ωριαίο μισθολογικό χάσμα στην Ελλάδα ήταν 13,4% το 2024, έναντι 11,1% στην ΕΕ. Την ίδια ώρα, μία στις τέσσερις οικονομικά μη ενεργές Ελληνίδες δηλώνει ως αποκλειστικό λόγο μη αναζήτησης εργασίας τις αυξημένες υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων.
Η πρόοδος και το κόστος της μητρότητας
Η μελέτη συνθέτει διεθνείς και ελληνικές έρευνες. Συγγραφείς της είναι η Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο, η Κατερίνα Γλυνιαδάκη, επίκουρη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Southampton, και ο Θωμάς Γεωργιάδης, διδάσκων στο Πάντειο. Εξετάζουν τις ανισότητες σε όλη τη διάρκεια της ζωής, συνδέοντας την εργασία με την εκπαίδευση, την οικογένεια, την υγεία και τις κοινωνικές αντιλήψεις.
Από τη δεκαετία του 1980, η απασχόληση των γυναικών ηλικίας 20-64 ετών αυξήθηκε κατά περίπου 23 ποσοστιαίες μονάδες. Οι έξι από αυτές αντιστοιχούν στην περίοδο 2021-2024. Ωστόσο, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν ταχύτερα. Στην Ελλάδα, η ανεργία των γυναικών έφτανε το 12,8% το 2024, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, ενώ στις ηλικίες 55-64 ετών το χάσμα απασχόλησης μεταξύ των φύλων διευρύνεται στις 22,5 ποσοστιαίες μονάδες. Στον μεταναστευτικό πληθυσμό ηλικίας 15-64 ετών, η διαφορά απασχόλησης μεταξύ γυναικών και ανδρών προσεγγίζει τις 40 ποσοστιαίες μονάδες.
Για τις εργαζόμενες, η αμειβόμενη εργασία συχνά ακολουθείται από τη «δεύτερη βάρδια» της απλήρωτης οικιακής εργασίας. Η άνιση κατανομή της φροντίδας περιορίζει την επαγγελματική εξέλιξη. Η μελέτη εντοπίζει ως κύριο μηχανισμό διεύρυνσης των μισθολογικών ανισοτήτων την «ποινή της μητρότητας», καθώς πολλοί εργοδότες θεωρούν τις μητέρες λιγότερο αφοσιωμένες στην εργασία τους. Αντίθετα, οι αποδοχές των πατέρων τείνουν να αυξάνονται μετά την απόκτηση παιδιού.
Οι χαμηλότερες αποδοχές και οι πιθανές διακοπές ασφάλισης επιβαρύνουν και τη συνταξιοδότηση. Στις ηλικίες 65-79 ετών, η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς το αν λαμβάνουν σύνταξη φτάνει περίπου τις 16 ποσοστιαίες μονάδες.
Τα στερεότυπα και η πρόσβαση στην ηγεσία
Η εκπαιδευτική πρόοδος των γυναικών συνυπάρχει με περιορισμένη παρουσία σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή έκθεση «She Figures» του 2024, με τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2021, οι γυναίκες αποτελούσαν το 30% των αυτοαπασχολούμενων στους τομείς Επιστήμης και Μηχανικής και Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών στην Ελλάδα.
Στη διοίκηση των εισηγμένων επιχειρήσεων, η γυναικεία συμμετοχή αυξήθηκε από 12% το 2020 σε 27% το 2025, μετά τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικής ποσόστωσης 25%. Παραμένει, ωστόσο, χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 35%. Ο Νόμος 5178/2025 αύξησε την υποχρεωτική ποσόστωση στο 33%.
Οι κοινωνικές αντιλήψεις διατηρούν αντιφάσεις. Στο Ευρωβαρόμετρο του 2024, το 95% των πολιτών στην Ελλάδα συμφωνούσε ότι η οικονομική ανεξαρτησία έχει την ίδια σημασία για γυναίκες και άνδρες. Στην ίδια έρευνα, το 70% συμφωνούσε ότι η οικογενειακή ζωή υποφέρει όταν η μητέρα εργάζεται. Η μελέτη συνδέει αυτές τις αντιλήψεις με τη διατήρηση της φροντίδας ως πρωτίστως γυναικείας υποχρέωσης.
Οι προτάσεις για εργασία και φροντίδα
Η συζήτηση αποκτά πρόσθετο βάρος λόγω της δημογραφικής εξέλιξης. Η προβλεπόμενη μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας αυξάνει την ανάγκη αξιοποίησης περισσότερων και καλύτερα εκπαιδευμένων εργαζομένων. Η χαμηλή γυναικεία απασχόληση συνυπάρχει στην Ελλάδα με δείκτη γονιμότητας κοντά στα 1,25 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ χώρες όπως η Δανία και η Σουηδία συνδυάζουν υψηλότερη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία με υψηλότερη γονιμότητα.
Οι συγγραφείς προτείνουν να ενσωματωθεί η διάσταση του φύλου σε όλες τις δημόσιες πολιτικές, καθώς οι δαπάνες για υγεία, παιδεία και κοινωνική προστασία επηρεάζουν τα βάρη φροντίδας. Στις παρεμβάσεις που εισηγούνται περιλαμβάνονται ένα νέο Εθνικό Σύστημα Μακροχρόνιας Φροντίδας Ηλικιωμένων, ατομικές, μη μεταβιβάσιμες και πλήρως αμειβόμενες άδειες για τους πατέρες, περισσότερη μισθολογική διαφάνεια και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των στερεοτύπων.




