Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια νέα, εκτεταμένη δέσμη νομοθετικών μέτρων που στοχεύει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω της δραστικής απλούστευσης του κανονιστικού πλαισίου και της μείωσης της γραφειοκρατίας. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, η οποία περιγράφεται ως ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό πακέτο και αποτελεί την έβδομη κατά σειρά πρόταση συγκεντρωτικού χαρακτήρα, ευθυγραμμίζεται με τις στρατηγικές κατευθύνσεις της έκθεσης Ντράγκι και θέτει ως κεντρικό στόχο τη μείωση του διοικητικού φόρτου κατά τουλάχιστον 25% συνολικά και κατά 35% ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έως το τέλος του 2029. Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται η φιλοδοξία να επιτραπεί στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, από νεοφυείς εταιρείες έως μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, να ανακατευθύνουν πόρους από τη συμμόρφωση προς την καινοτομία και την ανάπτυξη, διατηρώντας παράλληλα αμετάβλητα τα πρότυπα της Ένωσης για τα θεμελιώδη δικαιώματα, την ασφάλεια και την προστασία των δεδομένων.
Οι οικονομικές προβολές που συνοδεύουν την πρόταση είναι ενδεικτικές της κλίμακας της παρέμβασης, καθώς η Επιτροπή εκτιμά ότι οι προσπάθειες απλούστευσης των κανόνων συμμόρφωσης θα αποφέρουν εξοικονόμηση διοικητικού κόστους ύψους 5 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2029. Επιπρόσθετα, η καθιέρωση των Ευρωπαϊκών Επαγγελματικών Πορτοφολιών αναμένεται να δημιουργήσει πρόσθετες ετήσιες εξοικονομήσεις που θα αγγίζουν τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ για τις επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση της ευρείας υιοθέτησής τους από την αγορά. Ειδικές ρυθμίσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης προβλέπουν εξοικονόμηση τουλάχιστον 225 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως μέσω ελαφρύνσεων στις απαιτήσεις τεχνικής τεκμηρίωσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ η αναθεώρηση του πλαισίου για τα cookies υπολογίζεται ότι θα ωφελήσει τις επιχειρήσεις κατά περίπου 800 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση, μειώνοντας σημαντικά το λειτουργικό κόστος.
Κεντρικό στοιχείο των μέτρων αποτελεί το «Digital Omnibus», το οποίο εισάγει κρίσιμες τροποποιήσεις στην Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη, συνδέοντας πλέον την έναρξη ισχύος των κανόνων για τα συστήματα υψηλού κινδύνου με την πρακτική διαθεσιμότητα των απαραίτητων εναρμονισμένων προτύπων και εργαλείων υποστήριξης. Το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής αναπροσαρμόζεται, παρέχοντας παράταση έως και 16 μήνες για ευαίσθητους τομείς όπως η απασχόληση και η επιβολή του νόμου, και 12 μήνες για προϊόντα όπως οι ιατρικές συσκευές, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση. Παράλληλα, επιτρέπεται πλέον στους παρόχους να επεξεργάζονται ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων για τον εντοπισμό μεροληψιών, ενώ θεσπίζεται περίοδος χάριτος έξι μηνών για τα νέα συστήματα που εισέρχονται στην αγορά, χωρίς την επιβολή προστίμων, και ενισχύονται οι εξουσίες της Υπηρεσίας Τεχνητής Νοημοσύνης για την κεντρική εποπτεία των μοντέλων γενικού σκοπού.
Στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της διαχείρισης δεδομένων, η πρόταση επιχειρεί να επιλύσει χρόνια προβλήματα επικαλύψεων θεσπίζοντας ένα ενιαίο σημείο εισόδου για την αναφορά περιστατικών ασφαλείας, ώστε να καλύπτονται ταυτόχρονα οι υποχρεώσεις από πολλαπλά νομοθετήματα όπως η οδηγία NIS2, ο κανονισμός GDPR και η πράξη DORA. Επιπλέον, η Πράξη για τα Δεδομένα ενοποιεί τέσσερα διαφορετικά νομοθετήματα σε ένα για μεγαλύτερη νομική σαφήνεια, ενώ προωθούνται στοχευμένες εξαιρέσεις στους κανόνες αλλαγής παρόχου υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, κίνηση που αναμένεται να οδηγήσει σε εφάπαξ εξοικονόμηση 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ. Ταυτόχρονα, η αναθεώρηση των κανόνων για τα cookies θα επιτρέπει στους χρήστες να διαχειρίζονται τις προτιμήσεις τους κεντρικά και να απορρίπτουν τα cookies με μία κίνηση, δημιουργώντας παράλληλα μια «λευκή λίστα» για μη παρεμβατικά cookies που δεν θα απαιτούν συγκατάθεση.
Το νομοθετικό πλαίσιο συμπληρώνεται από τη Στρατηγική για την Ένωση Δεδομένων, η οποία προβλέπει τη δημιουργία εργαστηρίων δεδομένων, την εισαγωγή μιας «εργαλειοθήκης κατά των διαρροών» για την προστασία ευαίσθητων μη προσωπικών δεδομένων και τη σύσταση ενός Νομικού Γραφείου Υποστήριξης για την Πράξη Δεδομένων. Παράλληλα, προωθείται το Ευρωπαϊκό Επαγγελματικό Πορτοφόλι, ένα εργαλείο ψηφιακής ταυτοποίησης που θα διευκολύνει τις διασυνοριακές συναλλαγές και τη διοικητική επικοινωνία εντός των 27 κρατών μελών. Το εργαλείο αυτό θα είναι υποχρεωτικό προς αποδοχή για τους δημόσιους φορείς, παρέχοντας στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα ψηφιακής υπογραφής και σφράγισης εγγράφων, αλλά η χρήση του από τις ίδιες τις εταιρείες θα παραμείνει προαιρετική, προσφέροντας ευελιξία στον ιδιωτικό τομέα.
Η αντίδραση της αγοράς, όπως εκφράστηκε μέσω κοινής ανακοίνωσης των ενώσεων Connect Europe και GSMA που εκπροσωπούν τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, υπήρξε κατ’ αρχήν θετική ως προς την πρόθεση απλούστευσης, ωστόσο συνοδεύτηκε από σημαντικές επιφυλάξεις για την επάρκεια των μέτρων. Οι εκπρόσωποι του κλάδου χαιρέτισαν την απόφαση για την καθυστέρηση εφαρμογής των διατάξεων περί Τεχνητής Νοημοσύνης υψηλού ρίσκου, αλλά άσκησαν έντονη κριτική για το γεγονός ότι δεν καταργήθηκε πλήρως η παρωχημένη οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Παράλληλα, εξέφρασαν ανησυχία ότι η δημιουργία ενός κεντρικού ευρωπαϊκού σημείου αναφοράς ενδέχεται να αποδειχθεί χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία, ενώ υπενθύμισαν ότι ο κλάδος παραμένει ο πιο βαριά ρυθμιζόμενος, με 28 κανονισμούς και 34 διακριτές υποχρεώσεις.
Οι νομοθετικές προτάσεις της νέας ψηφιακής δέσμης εισέρχονται πλέον στη φάση της κοινοβουλευτικής επεξεργασίας, καθώς θα υποβληθούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προς έγκριση, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας κρίσιμης περιόδου διαβουλεύσεων. Παράλληλα με τη νομοθετική διαδικασία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε το δεύτερο σκέλος της ατζέντας για την απλούστευση, ανοίγοντας δημόσια διαβούλευση για τον «Ψηφιακό Έλεγχο Καταλληλότητας» (Digital Fitness Check). Η διαδικασία αυτή, η οποία θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 11 Μαρτίου 2026, θα λειτουργήσει ως ένα πεδίο δοκιμασίας για τη συνοχή και τον σωρευτικό αντίκτυπο των ψηφιακών κανόνων της ΕΕ, εξετάζοντας κατά πόσο το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο εξυπηρετεί αποτελεσματικά τους στόχους ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.



