Σύμφωνα με την ανάλυση της Capital Economics, η ολοκλήρωση του έτους προσφέρει την κατάλληλη ευκαιρία για μια αναλυτική αποτίμηση των κεντρικών εξελίξεων που σφράγισαν το 2025 και τη διαμόρφωση μιας προοπτικής για τις προκλήσεις του 2026. Κατά το πρώτο εξάμηνο, το ενδιαφέρον μονοπώλησε η συζήτηση γύρω από τις επιπτώσεις των δασμών του Ντόναλντ Τραμπ στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα. Ωστόσο, οι πλέον απαισιόδοξες προβλέψεις αποδείχθηκαν υπερβολικές, καθώς οι όγκοι του παγκόσμιου εμπορίου επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Παρά την ουσιαστική κατάρρευση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ αναμένεται να παραμείνει στα επίπεδα του 2024. Την ίδια στιγμή, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας από την αρχή του έτους ξεπέρασε για πρώτη φορά το ιστορικό όριο του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει το γεγονός ότι οι δασμοί μπορούν να αναδιαμορφώσουν τις διμερείς ροές, αλλά τα συνολικά εμπορικά ισοζύγια καθορίζονται από βαθύτερες δομικές δυνάμεις, με κυρίαρχη τη σχέση μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης. Για το επόμενο έτος δεν διαφαίνεται προοπτική σημαντικής μείωσης των παγκόσμιων ανισορροπιών. Όπως αναλύεται και στο βιβλίο «The Fractured Age», ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων αποτελεί το κεντρικό ρήγμα της παγκόσμιας οικονομίας για την επόμενη δεκαετία. Η εξέλιξη αυτής της αντιπαλότητας αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικότερο ρόλο στη διαμόρφωση των μακροπρόθεσμων προοπτικών από ό,τι η πολιτική των δασμών, παραμένοντας το κύριο σημείο τριβής στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον και επηρεάζοντας τη σταθερότητα των αγορών.
Ενώ το εμπόριο κυριάρχησε στο πρώτο μισό του 2025, η τεχνητή νοημοσύνη αναδείχθηκε ως το κυρίαρχο θέμα του δευτέρου εξαμήνου. Η τεχνολογία αυτή αντιμετωπίζεται πλέον από τους αναλυτές της Capital Economics ως ένα εργαλείο γενικής χρήσης, εφάμιλλο του εξηλεκτρισμού ή της πληροφορικής, με τη δυνατότητα να ενισχύσει σημαντικά την αύξηση της παραγωγικότητας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, η ευρεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να προσθέσει έως και 1,5 ποσοστιαία μονάδα στην ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας κατά την επόμενη δεκαετία. Ο Paul Ashworth, επικεφαλής οικονομολόγος του οίκου για τη Βόρεια Αμερική, επισημαίνει ότι υπάρχουν ήδη σαφείς ενδείξεις αυτών των επιδράσεων στα οικονομικά δεδομένα των ΗΠΑ, μια τάση που αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω εντός του 2026.
Η δυναμική αυτή εγείρει το κρίσιμο ερώτημα εάν οι τεράστιες επενδύσεις στον τομέα θα αποδειχθούν τελικά κερδοφόρες για την παγκόσμια οικονομία. Οι Jennifer McKeown και John Higgins της Capital Economics υπογραμμίζουν τη σημασία της διάκρισης ανάμεσα στις επιπτώσεις για την πραγματική οικονομία και σε εκείνες που αφορούν τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε σχετικές αναλύσεις εξετάστηκαν οι συνέπειες για τις μετοχές σε περίπτωση μιας ενδεχόμενης διόρθωσης στην αγορά, καθώς και ο ρόλος των κεντρικών τραπεζιτών στον περιορισμό του επενδυτικού ενθουσιασμού. Παράλληλα, η Vicky Redwood κατέδειξε ότι οι ισχυρισμοί που συνδέουν την τεχνολογία αυτή με την πρόσφατη άνοδο της ανεργίας των νέων στερούνται βάσης, καταρρίπτοντας τους φόβους για άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στη συγκεκριμένη κατηγορία της αγοράς εργασίας.
Στο πεδίο του παγκόσμιου ανταγωνισμού, η Κίνα κατάφερε το 2025 να καλύψει σημαντικό μέρος του χάσματος στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, ανταγωνιζόμενη αποτελεσματικά τις ΗΠΑ στο τεχνολογικό μέτωπο. Παρά τη διεθνή επιτυχία των κινεζικών εταιρειών, όπως αναφέρεται η πρόοδος αυτή δεν έχει μεταφραστεί σε μια συνολική επιτάχυνση της παραγωγικότητας για την εγχώρια οικονομία. Αντιθέτως, ο τρόπος με τον οποίο το Πεκίνο επιδιώκει την τεχνολογική υπεροχή φαίνεται να επιδεινώνει ορισμένες βαθύτερες δομικές αδυναμίες, οι οποίες συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια οικονομία που μπορεί να παράγει εθνικούς πρωταθλητές ικανούς να ανταγωνιστούν τους κορυφαίους αμερικανικούς κολοσσούς, χωρίς όμως να επιτυγχάνει την ταχεία ανάπτυξη των περασμένων δεκαετιών.
Το επόμενο Πενταετές Σχέδιο της Κίνας, η δημοσίευση του οποίου έχει προγραμματιστεί για τον Μάρτιο, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να αλλάξουν την οικονομική πορεία της χώρας. Ωστόσο, οι τρέχουσες εκτιμήσεις της Capital Economics δεν προβλέπουν μια ουσιαστική στροφή στην κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής. Με αυτά τα δεδομένα, η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς το 2026 αντιμέτωπη με τη διαρκή ένταση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και την πρόκληση της ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία. Η ικανότητα των αγορών και των κρατών να διαχειριστούν αυτές τις δομικές αλλαγές θα καθορίσει το οικονομικό τοπίο της επόμενης περιόδου, μακριά από προσωρινές διακυμάνσεις και συγκυριακές πολιτικές αποφάσεις που συχνά θολώνουν την πραγματική εικόνα.



