Η 29η ετήσια Παγκόσμια Έρευνα CEOs της PwC, η οποία βασίζεται στις απαντήσεις 4.454 διευθυνόντων συμβούλων από 95 χώρες και περιοχές, αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο στον τρόπο διοίκησης. Οι ηγέτες των επιχειρήσεων καλούνται να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα ένα «μικροσκόπιο» για τις βραχυπρόθεσμες απειλές και ένα «τηλεσκόπιο» για τις μακροπρόθεσμες ευκαιρίες. Οι CEOs εμφανίζονται λιγότερο σίγουροι για τις άμεσες προοπτικές ανάπτυξης, ενώ ανησυχούν περισσότερο για απειλές όπως η μακροοικονομική αστάθεια και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις. Ωστόσο, παρατηρείται μια σαφής στροφή προς τον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό, με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να συνεχίζονται, παρά το γεγονός ότι οι άμεσες αποδόσεις συχνά παραμένουν ασαφείς.
Η εμπιστοσύνη των διευθυνόντων συμβούλων στην αύξηση των εσόδων τους επόμενους 12 μήνες έχει υποχωρήσει σημαντικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Συγκεκριμένα, μόνο το 30% δηλώνουν «πολύ» ή «εξαιρετικά» σίγουροι για την ανάπτυξη, ποσοστό που παρουσιάζει πτώση σε σύγκριση με το 38% της περσινής έρευνας και το πρόσφατο υψηλό του 56% το 2022. Αυτή η μειωμένη αυτοπεποίθηση επηρεάζεται και από κλαδικούς κύκλους, όπως στον ασφαλιστικό τομέα όπου τελειώνει μια περίοδος υψηλής κερδοφορίας, ή στον κλάδο του πετρελαίου όπου τα στελέχη αντιμετωπίζουν ασθενή ζήτηση και έντονους φόβους για υπερπροσφορά στην αγορά ενέργειας.
Αυξανόμενες απειλές από κυβερνοεπιθέσεις και δασμούς
Παράλληλα με τη μείωση της εμπιστοσύνης, οι ανησυχίες για συγκεκριμένες απειλές έχουν ενταθεί δραματικά. Σχεδόν το ένα τρίτο των CEOs (31%) δηλώνει ότι η εταιρεία τους είναι εξαιρετικά εκτεθειμένη στον κίνδυνο σημαντικής οικονομικής απώλειας από κυβερνοεπιθέσεις κατά το επόμενο έτος, ποσοστό αυξημένο από το 24% πέρυσι. Επιπλέον, η αβεβαιότητα σχετικά με τους δασμούς αποτελεί πλέον έναν κρίσιμο παράγοντα, καθώς οι κυβερνήσεις αναπροσαρμόζουν τις φορολογικές πολιτικές. Το 29% των CEOs παγκοσμίως εκτιμά ότι οι δασμοί θα μειώσουν το καθαρό περιθώριο κέρδους τους. Η ανησυχία αυτή κορυφώνεται στο Μεξικό (35%) και την Τουρκία (30%), έναντι μόλις 6% στη Μέση Ανατολή.
Στον τομέα της τεχνολογίας, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) βρίσκεται στο επίκεντρο, αν και τα οικονομικά οφέλη δεν είναι ακόμα καθολικά. Περίπου το 30% των CEOs αναφέρει αύξηση εσόδων λόγω της υιοθέτησης AI τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ το 26% αναφέρει μείωση κόστους. Ωστόσο, περισσότεροι από τους μισούς (56%) δηλώνουν ότι δεν έχουν διαπιστώσει ούτε αύξηση εσόδων ούτε μείωση κόστους, και μόλις ένας στους οκτώ (12%) έχει επιτύχει και τα δύο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μεμονωμένη εφαρμογή έργων AI σπάνια αποδίδει μετρήσιμη αξία, υποδεικνύοντας την ανάγκη για θεμελιώδεις υποδομές και στρατηγική εφαρμογή.
Οι εταιρείες που βρίσκονται στην πρωτοπορία της χρήσης AI, δηλαδή αυτές που επιτυγχάνουν ταυτόχρονα έσοδα και μείωση κόστους, έχουν προχωρήσει περισσότερο. Το 44% αυτών των πρωτοπόρων εταιρειών έχει εφαρμόσει την AI στα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις εμπειρίες τους, σε σύγκριση με μόλις 17% των υπολοίπων εταιρειών. Αντίθετα, η πλειονότητα των οργανισμών βρίσκεται ακόμα στα αρχικά στάδια της εποχής της AI, με μικρά ποσοστά να την εφαρμόζουν σε ευρεία κλίμακα σε τομείς όπως η δημιουργία ζήτησης (22%) ή η εκπλήρωση παραγγελιών (13%), γεγονός που επιβεβαιώνεται από το χαμηλό ποσοστό εργαζομένων που χρησιμοποιούν καθημερινά γενετική AI.
Στρατηγική στροφή σε νέους επιχειρηματικούς κλάδους
Πέραν της τεχνολογίας, οι επιχειρήσεις αναζητούν ανάπτυξη ξεπερνώντας τα παραδοσιακά κλαδικά όρια για να επιβιώσουν. Το 42% των CEOs δηλώνει ότι η εταιρεία τους έχει αρχίσει να ανταγωνίζεται σε νέους τομείς κατά την τελευταία πενταετία. Μεταξύ εκείνων που σχεδιάζουν μεγάλες εξαγορές την επόμενη τριετία, το 44% αναμένει να πραγματοποιήσει συμφωνίες εκτός του υφιστάμενου κλάδου τους. Ο κλάδος της τεχνολογίας αποτελεί τον κορυφαίο στόχο για ανάπτυξη, ενώ οι ίδιοι οι CEOs τεχνολογίας στρέφονται προς την υγεία, τις επιχειρηματικές υπηρεσίες και τις κεφαλαιαγορές. Η δραστηριοποίηση σε νέους τομείς συνδέεται στατιστικά με μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους και αυξημένη εμπιστοσύνη στις προοπτικές ανάπτυξης.
Στο πεδίο των διεθνών επενδύσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες εδραιώνουν τη θέση τους ως ο κορυφαίος προορισμός, με το 35% των CEOs να τις κατατάσσει στις τρεις πρώτες χώρες για την κατανομή κεφαλαίων. Ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία με 13%, και η Κίνα με 11%. Αξιοσημείωτη είναι η άνοδος της Ινδίας, την οποία επιλέγει πλέον το 13% των CEOs, από 7% πέρυσι. Επιπρόσθετα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία εισέρχονται στην πρώτη δεκάδα, καθώς οι οικονομίες της Μέσης Ανατολής διαφοροποιούνται πέραν του πετρελαίου, επενδύοντας σε υποδομές δεδομένων και μεγάλα έργα.
Παρόλο που η καινοτομία αποτελεί κεντρικό πυλώνα στρατηγικής για τους μισούς CEOs, υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ φιλοδοξίας και πράξης. Μόλις ένας στους τέσσερις συμφωνεί ότι η εταιρεία του ανέχεται έργα καινοτομίας υψηλού ρίσκου ή διαθέτει διαδικασίες διακοπής αποτυχημένων έργων. Συνολικά, λιγότερο από το 10% των CEOs (8%) αναφέρει ότι η εταιρεία του έχει εφαρμόσει σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον πέντε από τις έξι βασικές πρακτικές καινοτομίας. Ωστόσο, οι εταιρείες που υιοθετούν αυτές τις πρακτικές επιτυγχάνουν υψηλότερο ποσοστό πωλήσεων από νέα προϊόντα, ταχύτερη αύξηση εσόδων και υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
Η πρόκληση της κλιματικής αλλαγής και της εμπιστοσύνης
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια ακόμη σημαντική παράμετρο, με το 42% των CEOs να δηλώνει μέτρια ή υψηλή έκθεση σε κίνδυνο οικονομικής απώλειας το επόμενο έτος. Παρ’ όλα αυτά, η συστηματική ενσωμάτωση των κλιματικών κινδύνων στη λήψη αποφάσεων παραμένει χαμηλή. Μόνο το 24% διαθέτει καθορισμένες διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων εφοδιαστικής αλυσίδας και προϊόντων βάσει κλιματικών δεδομένων, ενώ για την κατανομή κεφαλαίων το ποσοστό πέφτει στο 20%. Ακόμα και σε κλάδους υψηλής έκθεσης, όπως οι ασφάλειες, λιγότερο από το ένα τρίτο των CEOs έχει ενσωματώσει πλήρως τους κλιματικούς κινδύνους στις διαδικασίες κατανομής κεφαλαίων.
Η εμπιστοσύνη των ενδιαφερόμενων μερών αναδεικνύεται σε κρίσιμο οικονομικό μέγεθος και όχι απλώς ηθικό. Τα δύο τρίτα των CEOs (66%) αναφέρουν ότι αντιμετώπισαν ζητήματα εμπιστοσύνης τον τελευταίο χρόνο, σε θέματα όπως η ασφάλεια της AI και η προστασία δεδομένων. Η ανάλυση της PwC αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή συσχέτιση: οι εισηγμένες εταιρείες με τα λιγότερα ζητήματα εμπιστοσύνης πέτυχαν συνολική απόδοση για τους μετόχους κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη σε σχέση με εκείνες που αντιμετώπισαν τα περισσότερα προβλήματα. Αυτό υπογραμμίζει ότι η εμπιστοσύνη είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει άμεσα την δημιουργία αξίας.
Τέλος, ο τρόπος που οι CEOs διαχειρίζονται τον χρόνο τους αντικατοπτρίζει την πίεση του επείγοντος. Κατά μέσο όρο, αφιερώνουν το 47% του χρόνου τους σε δραστηριότητες με ορίζοντα μικρότερο του ενός έτους και μόλις το 16% σε ζητήματα που αφορούν διάστημα άνω των πέντε ετών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι εταιρείες που κινούνται δυναμικά προς τον επαναπροσδιορισμό —επενδύοντας στην AI και σε νέους κλάδους— υπερτερούν. Αντίθετα, οι «προσεκτικές» εταιρείες (το 15% του δείγματος), που αποφεύγουν τις επενδύσεις λόγω γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αναπτύσσονται με βραδύτερο ρυθμό και έχουν χαμηλότερα περιθώρια κέρδους.



