Η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο στάδιο ψηφιακής ωρίμανσης, όπως αποκαλύπτουν τα δεδομένα της έρευνας του CompeteGR σε δείγμα 355 επιχειρήσεων. Παρότι το 53% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι κατανοεί τα βασικά οφέλη και τους κινδύνους της Τεχνητής Νοημοσύνης, μόλις το 17% έχει προχωρήσει σε ενσωμάτωση της τεχνολογίας στις λειτουργίες του. Ένα ποσοστό 15% διαθέτει συγκεκριμένο πλάνο αξιοποίησης, ενώ το 12% δηλώνει ότι, αν και έχει ακούσει για την ΤΝ, αδυνατεί να την κατανοήσει επαρκώς. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 45% των επιχειρήσεων δηλώνει πως ήδη εφαρμόζει ή δοκιμάζει λύσεις, γεγονός που δείχνει έντονη κινητικότητα σε πειραματικό στάδιο.
Η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ελλάδα παρουσιάζει σαφή προσανατολισμό προς την εξωστρέφεια και την επικοινωνία. Το 63% των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν την τεχνολογία την αξιοποιούν στο Μάρκετινγκ και την Ανάλυση Δεδομένων, ενώ το 44% στην Εξυπηρέτηση Πελατών. Αντιθέτως, η διείσδυση σε πιο δομικές λειτουργίες παραμένει χαμηλή, με την Παραγωγή στο 27% και την Οικονομική Διεύθυνση στο 19%. Ως προς τα εργαλεία, η κυριαρχία των προηγμένων ψηφιακών βοηθών (τύπου ChatGPT) είναι καθολική με ποσοστό 73%, ενώ τα μοντέλα παραγωγικής ΤΝ (GenAI) για τη δημιουργία περιεχομένου χρησιμοποιούνται από το 44% των επιχειρήσεων.
Τα εμπόδια που καλούνται να υπερβούν οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι κυρίως γνωσιακά και οργανωτικά. Το 50% των ερωτηθέντων αναφέρει την έλλειψη γνώσεων και εμπειρίας ως τον κυριότερο ανασταλτικό παράγοντα, ενώ το 28% επισημαίνει την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Το κόστος υλοποίησης απασχολεί το 26% και η ασφάλεια δεδομένων το 23%. Παρά τις δυσκολίες, το κίνητρο παραμένει ισχυρό: το 63% στοχεύει στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των εργαζομένων, καθώς το 58% αντιμετωπίζει την ΤΝ ως εργαλείο διευκόλυνσης και μόλις το 7% εκφράζει φόβο αντικατάστασης.
Στρατηγική ανάλυση και εθνικός σχεδιασμός
Η μελέτη πλαισιώνεται από δεδομένα της Boston Consulting Group (BCG) και της Deloitte, που τοποθετούν την Ελλάδα σε θέση υψηλής έκθεσης αλλά χαμηλής ετοιμότητας. Η δυνητική συμβολή της Παραγωγικής ΤΝ στο ελληνικό ΑΕΠ εκτιμάται μεταξύ +6% και +8% σε βάθος δεκαετίας στο σενάριο ευρείας υιοθέτησης, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης το όφελος περιορίζεται στο +1%. Το «AI Playbook» προτείνεται ως οδικός χάρτης για την κάλυψη αυτού του κενού, εισάγοντας μια τετραβάθμια κλίμακα ψηφιακής ωριμότητας (Elementary, Basic, Advanced, Ideal) και προτείνοντας δράσεις για τη μετάβαση από τον πειραματισμό στην παραγωγή αξίας.
Την απάντηση της πολιτείας σε αυτές τις προκλήσεις έδωσε ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κ. Δημήτρης Παπαστεργίου, ανακοινώνοντας επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές. Κεντρικό ρόλο θα διαδραματίσει ο υπερυπολογιστής «Δαίδαλος» στο Λαύριο και το ελληνικό AI Factory «Pharos», που φιλοδοξεί να αποτελέσει πλατφόρμα παραγωγής εργαλείων για δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, ανακοινώθηκε ο σχεδιασμός δεύτερου υπερυπολογιστή στη Δυτική Μακεδονία, με εξειδίκευση στην Ενέργεια και Αγροδιατροφή, ενισχύοντας την αποκέντρωση των τεχνολογικών πόρων και τη σύνδεσή τους με την παραγωγική βάση της περιφέρειας.
Ο Πρόεδρος του ΕΒΕΑ, κ. Γιάννης Μπρατάκος, τόνισε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι «εργαλείο επιβίωσης» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης που ήταν προνόμιο των μεγάλων ομίλων. Υπογράμμισε ωστόσο την ανάγκη για σύγχρονες υποδομές και δεδομένα. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Σίμος Αναστασόπουλος του CompeteGR επεσήμανε πως η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά για τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, επιταχύνοντας τον μετασχηματισμό προς ένα μοντέλο υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Την οικονομική διάσταση ανέλυσαν στελέχη της αγοράς, με τον κ. Βασίλη Καφάτο της Deloitte να χαρακτηρίζει την ΤΝ καταλύτη καινοτομίας και τον κ. Τάσο Ιωσηφίδη της EY Ελλάδος να εστιάζει στον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του μετασχηματισμού. Κοινή συνισταμένη των τοποθετήσεων ήταν ότι η επιτυχία της μετάβασης δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία, αλλά από την καλλιέργεια κουλτούρας και την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Η μελέτη καταλήγει ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής, καθώς ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται και η τεχνολογική υστέρηση θα διευρύνει το χάσμα ανταγωνιστικότητας.



