Ο δείκτης οικονομικού κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων υποχώρησε στις 56,5 μονάδες το πρώτο εξάμηνο του 2026, από 59,2 μονάδες το προηγούμενο εξάμηνο, καθώς το υψηλό λειτουργικό κόστος, η στενότητα ρευστότητας και η ασθενής ζήτηση συνέχισαν να πιέζουν τη δραστηριότητά τους.
Η εξαμηνιαία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ βασίστηκε σε τηλεφωνικές συνεντεύξεις της MARC AE με 1.036 επιχειρήσεις έως 49 εργαζομένων, που πραγματοποιήθηκαν από τις 13 έως τις 27 Ιουλίου. Σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025, ο δείκτης εμφανίζεται αυξημένος κατά 9,3 μονάδες, από τις 47,2 μονάδες, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση πρώτου εξαμήνου από το 2023.
Οι ανατιμήσεις επιστρέφουν
Το λειτουργικό κόστος παρέμεινε ο βασικός επιβαρυντικός παράγοντας. Σε σύγκριση με το 2025, ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια πληρώνει το 73,3% των επιχειρήσεων, ακριβότερα καύσιμα το 73,2% και ακριβότερες πρώτες ύλες ή προμήθειες το 77,5%. Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις υπολογίστηκαν σε 26,03%, 27,75% και 24,75% αντίστοιχα.
Μέρος αυτής της επιβάρυνσης πέρασε στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών. Το 40,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε ανατιμήσεις, έναντι 7,2% που μείωσε τις τιμές του, ενώ το 51,3% τις διατήρησε σταθερές. Η εξέλιξη ανατρέπει τη σταδιακή αποκλιμάκωση των ανατιμήσεων που είχε καταγραφεί στα πέντε προηγούμενα εξάμηνα.
Η ζήτηση παρέμεινε επίσης ασθενής. Κάμψη κατέγραψε το 41,1% των επιχειρήσεων, έναντι 22,8% που ανέφερε αύξηση, ενώ το 41,9% περιόρισε τις παραγγελίες προς τους προμηθευτές του. Στις επιχειρήσεις εμπορίου και εστίασης εμφανίζονται οι χειρότερες επιδόσεις στα συγκεκριμένα μεγέθη.
Στο μέτωπο του κύκλου εργασιών, το 40,3% των επιχειρήσεων είδε τον τζίρο του να μειώνεται, το 23,8% κατέγραψε αύξηση και το 34% σταθερότητα. Η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με τα αντίστοιχα πρώτα εξάμηνα του 2024 και του 2025. Για τη χρήση του 2025, κερδοφορία κατέγραψε το 58,7%, ζημιές το 18,5% και μηδενικό ταμειακό αποτέλεσμα το 16,9%.
Ταμειακή πίεση και οφειλές
Η ρευστότητα υποχώρησε περαιτέρω για το 48% των επιχειρήσεων, ενώ βελτίωση δήλωσε το 16,4%. Το πρόβλημα έχει παγιωθεί από το 2023, σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, και επηρεάζει οριζόντια τους κλάδους, με μεγαλύτερη ένταση στην εστίαση και το εμπόριο.
Το 21,8% των επιχειρήσεων διαθέτει μηδενικά ρευστά διαθέσιμα και το 22,9% διαθέτει αποθέματα για έως έναν μήνα. Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται για δεύτερο διαδοχικό εξάμηνο, η ταμειακή εικόνα παραμένει επιβαρυμένη για μεγάλο τμήμα της αγοράς.
Την πίεση ενισχύει η άνοδος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Μία ή περισσότερες καθυστερημένες οφειλές έχει το 30,9% των επιχειρήσεων, ενώ το 13,3% συσσωρεύει τρεις ή περισσότερες. Η έρευνα καταγράφει άνοδο και στις οκτώ κατηγορίες οφειλών που παρακολουθεί.
Ανθεκτική η απασχόληση, αυξάνεται η αβεβαιότητα
Η απασχόληση παρουσίασε πιο ανθεκτική εικόνα. Το 81,1% των επιχειρήσεων διατήρησε σταθερό το προσωπικό του, το 12,3% το αύξησε και το 6,5% το μείωσε. Το θετικό ισοζύγιο συνδέεται με την έναρξη ή την προετοιμασία της τουριστικής περιόδου.
Ο δείκτης προσδοκιών παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος στις 58,7 μονάδες, από 58,3 το προηγούμενο εξάμηνο. Την ίδια ώρα, ο δείκτης αβεβαιότητας για τη μελλοντική βιωσιμότητα αυξήθηκε στις 33,1 μονάδες, από 29,8 μονάδες τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ το 3,8% των επιχειρήσεων εκφράζει φόβο διακοπής δραστηριότητας στο άμεσο διάστημα.
Στην αξιολόγηση των πολιτικών κατά της ακρίβειας, το 81,1% χαρακτηρίζει τα κυβερνητικά μέτρα ανεπαρκή ή μάλλον ανεπαρκή. Μόλις το 6% των μικρών, πολύ μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων επωφελήθηκε από τα επενδυτικά δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ 2,9% υπέβαλε αίτηση που απορρίφθηκε.



