Η Ελλάδα εμφανίζεται τρίτη μεταξύ των κρατών μελών στο εκτιμώμενο κόστος παρεμβάσεων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΜΑΑ) για τη δημόσια διοίκηση, με 6.677,9 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ). Οι ελεγκτές κρίνουν ότι τα μέτρα του ελληνικού σχεδίου καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό τη σύσταση του 2020 για βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης, εντοπίζουν όμως περιορισμένα αποτελέσματα στις μεταρρυθμίσεις για τις κρατικές ενισχύσεις και τον σχεδιασμό και συντονισμό πολιτικής.
Στο στενότερο δείγμα του ελέγχου περιλαμβάνονται 30 ελληνικά οριζόντια μέτρα, κόστους 1.195.433.998 ευρώ, που αντιστοιχούν στο 3,3% του συνολικού κόστους του ελληνικού σχεδίου, με στοιχεία Απριλίου 2026. Στην αναλυτική αξιολόγηση, η ψηφιοποίηση αρχείων και η επιτάχυνση επιστροφών ΦΠΑ καταγράφονται ως παρεμβάσεις με σημαντικά αποτελέσματα. Οι δύο προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις με περιορισμένα αποτελέσματα στερούνταν επίσης δεικτών αποτελέσματος. Για την ψηφιοποίηση αρχείων, η έκθεση διευκρινίζει ότι τα τελευταία ορόσημα ή οι στόχοι δεν είχαν ακόμη αξιολογηθεί από την Επιτροπή.
Τα κενά πίσω από τα ελληνικά ορόσημα
Στο μέτρο για τις κρατικές ενισχύσεις, το μοναδικό ορόσημο επικεντρώνεται στην τροποποίηση του νομικού πλαισίου. Αφήνει εκτός την αναβάθμιση πληροφοριακών συστημάτων, τη δημιουργία ψηφιακής βιβλιοθήκης υποθέσεων και την αγορά εξοπλισμού και λογισμικού. Η πληρωμή των 403.580 ευρώ, τον Δεκέμβριο του 2023, αφορούσε την εκπλήρωση του συγκεκριμένου οροσήμου.
Αντίστοιχα, η μεταρρύθμιση σχεδιασμού και συντονισμού πολιτικής περιλαμβάνει μηχανισμό παρακολούθησης της δευτερογενούς νομοθεσίας, αξιολόγηση επιπτώσεων των κανονιστικών ρυθμίσεων και κατάρτιση δημοσίων υπαλλήλων. Το ορόσημο καλύπτει μόνο τα δύο τελευταία σκέλη. Για αμφότερες τις μεταρρυθμίσεις, οι ελεγκτές επισημαίνουν ότι ο χρόνος ολοκλήρωσης υπερβαίνει τις προθεσμίες των οροσήμων τους.
Η κάλυψη της σύστασης από τα μέτρα διακρίνεται από την πρόοδο εφαρμογής της. Στην ετήσια αποτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική σύσταση του 2020 για την αποτελεσματικότητα και την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης εμφανίζει «κάποια πρόοδο» το 2025, έναντι «σημαντικής προόδου» το 2023. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σχετικών εθνικών πολιτικών, πέρα από τον ΜΑΑ.
Οι προτεραιότητες επανέρχονται και στις μεταγενέστερες συστάσεις. Το 2022 και το 2023 ζητείται διασφάλιση της αποδοτικότητας της δημόσιας διοίκησης, προσέλκυση κατάλληλων δεξιοτήτων και συνέπεια με το ενιαίο μισθολόγιο. Το 2024 επαναλαμβάνεται αυτή η κατεύθυνση και προστίθεται η θέση σε λειτουργία του πλαισίου πολυεπίπεδης διακυβέρνησης.
Η ευρωπαϊκή εικόνα των 49,1 δισ. ευρώ
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πόροι για τη δημόσια διοίκηση ανέρχονται σε 49,1 δισ. ευρώ, ή 8,5% της συνολικής χρηματοδότησης του ΜΑΑ, ύψους 577 δισ. ευρώ, που είχαν δεσμευθεί έως το τέλος Ιανουαρίου 2026. Το ΕΕΣ διαπιστώνει ότι οι παρεμβάσεις αντιμετώπισαν μόνο εν μέρει μακροχρόνιες αδυναμίες διοικητικής ικανότητας, συντονισμού και διακυβέρνησης, με προτεραιότητα στην ψηφιοποίηση.
Από τις 31 επιμέρους συστάσεις του δείγματος, το 35% καλυπτόταν σε μεγάλο βαθμό, το 58% οριακά και το 7% καθόλου, ενώ καμία δεν καλυπτόταν πλήρως. Στο βασικό δείγμα των 235 μέτρων, οι ψηφιακές παρεμβάσεις αντιστοιχούσαν στο 53% του πλήθους και στο 71% του εκτιμώμενου κόστους. Οι κυβερνήσεις προτίμησαν συχνότερα μέτρα που μπορούσαν να υλοποιηθούν γρήγορα, αφήνοντας πολλές βαθύτερες θεσμικές προκλήσεις ανεπαρκώς καλυμμένες.
«Ο ΜΑΑ θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί με στρατηγικότερο τρόπο για την ενίσχυση των εθνικών δημόσιων διοικήσεων. Η ευκαιρία να αντιμετωπιστούν μακροχρόνιες διαρθρωτικές προκλήσεις πήγε σε μεγάλο βαθμό χαμένη», δήλωσε η Ivana Maletić, μέλος του ΕΕΣ και επικεφαλής του ελέγχου.
Αδυναμίες στη μέτρηση και στην τεχνική υποστήριξη
Δείκτες αποτελέσματος υπήρχαν για επτά από τα 16 μέτρα που εξετάστηκαν επιτόπου στις τέσσερις χώρες του αναλυτικού ελέγχου. Τα κενά δυσχεραίνουν την αξιολόγηση του κατά πόσον οι παρεμβάσεις επιτάχυναν διαδικασίες, περιόρισαν διοικητικά κόστη ή βελτίωσαν τις υπηρεσίες προς τους χρήστες.
Στις τέσσερις χώρες που εξετάστηκαν επιτόπου, τα έργα του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης δεν παρείχαν άμεση στήριξη σε μεταρρυθμίσεις ή επενδύσεις δημόσιας διοίκησης του ΜΑΑ. Τα έργα είχαν κυρίως γενικό χαρακτήρα, ενώ τα χρονοδιαγράμματα των δύο μέσων παρουσίαζαν ανεπαρκή ευθυγράμμιση.
Για τον προτεινόμενο προϋπολογισμό της ΕΕ της περιόδου 2028–2034, το ΕΕΣ κρίνει ότι το σύστημα παρακολούθησης αντιμετωπίζει μόνο εν μέρει τις αδυναμίες αξιολόγησης. Ζητεί σαφέστερη μέτρηση αποτελεσμάτων και έγκαιρη, στοχευμένη τεχνική υποστήριξη για την εφαρμογή των μελλοντικών εθνικών σχεδίων.




