Ισχυρότερη διακυβέρνηση, επαγγελματική διοίκηση και καλύτερη προετοιμασία για τους κινδύνους χρειάζονται οι οικογενειακές επιχειρήσεις για να στηρίξουν την ανάπτυξή τους έως το 2035, σύμφωνα με το «KPMG Global Family Business Report 2026». Η έρευνα συνδέει τις προοπτικές τους με την ικανότητα να συνδυάσουν τις οικογενειακές αξίες και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό με σαφείς διοικητικούς ρόλους, προσέλκυση στελεχών, υπεύθυνη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και συστηματικό σχεδιασμό διαδοχής.
Οι απόψεις 1.927 ηγετών οικογενειακών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που διοικούνται από τους ιδρυτές τους, σε 41 χώρες, περιγράφουν μια μετάβαση με ορίζοντα την επόμενη δεκαετία. Οι συμμετέχοντες προβλέπουν ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που αυτοπροσδιορίζονται ως «διοικούμενες από την οικογένεια» θα υποχωρήσει από 49% σε 12% έως το 2035. Η οικογένεια αναμένεται να διατηρεί την ιδιοκτησία και συμμετοχή στη διακυβέρνηση, αναθέτοντας συχνότερα τη διοίκηση σε επαγγελματικά στελέχη.
Από την καθημερινή διοίκηση στη στρατηγική εποπτεία
Η προβλεπόμενη αλλαγή συνεπάγεται διαφορετικές ευθύνες για τους ιδιοκτήτες. Από την ενεργό συμμετοχή στην καθημερινή λειτουργία, καλούνται να περάσουν στον ρόλο του στρατηγικού μετόχου και του μέλους διοικητικού συμβουλίου. Η εποπτεία επαγγελματικών διοικητικών ομάδων απαιτεί νέες δεξιότητες εποπτείας και εταιρικής διακυβέρνησης, μηχανισμούς λογοδοσίας και σαφή διάκριση αρμοδιοτήτων ανάμεσα στους μετόχους, το διοικητικό συμβούλιο και τη διοίκηση.
Η προσέλκυση στελεχών εκτός οικογένειας καταγράφεται ως η σημαντικότερη πρόκληση στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού. Καθώς οι επιχειρήσεις αναθέτουν ηγετικούς ρόλους σε εξωτερικούς επαγγελματίες, αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα η δυνατότητά τους να προσφέρουν ελκυστικές συνθήκες εργασίας και ανάπτυξης. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διαδοχή και η ετοιμότητα της επόμενης γενιάς αποτελούν τη δεύτερη σημαντικότερη επιχειρηματική πρόκληση, μετά την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο Νίκος Δημάκος, Partner, Head of Management Consulting της KPMG στην Ελλάδα, συνδέει την επιτυχία της επόμενης δεκαετίας με την προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις, την αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προετοιμασία της επόμενης γενιάς ηγεσίας. Επισημαίνει ότι η επιχειρηματική ευελιξία και οι οικογενειακές αξίες χρειάζεται να συνδυαστούν με πιο ώριμες δομές διακυβέρνησης.
Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και τα κενά εποπτείας
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ήδη πεδίο εφαρμογής για μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων της έρευνας. Το 64% εφαρμόζει ενεργά σχετικές λύσεις, επιδιώκοντας βελτίωση της παραγωγικότητας, αυτοματοποίηση διαδικασιών και αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων. Η υιοθέτηση και η διακυβέρνησή της, μαζί με την προσέλκυση και διατήρηση ανθρώπινου δυναμικού και την κυβερνοασφάλεια, συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες βραχυπρόθεσμες προκλήσεις.
Ωστόσο, το 38% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν διαθέτει ακόμη πλαίσιο διακυβέρνησης για την τεχνητή νοημοσύνη. Η έκθεση προειδοποιεί ότι αυτή η έλλειψη μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε λειτουργικούς και κανονιστικούς κινδύνους, καθώς και σε κινδύνους φήμης. Καθώς οι εφαρμογές επεκτείνονται σε κρίσιμες λειτουργίες, δίνει έμφαση στη θέσπιση σαφών πολιτικών, διαδικασιών ελέγχου και μηχανισμών λογοδοσίας για τη βιώσιμη αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Αυτοπεποίθηση με περιορισμένη ετοιμότητα απέναντι στους κινδύνους
Η εμπιστοσύνη στις προοπτικές ανάπτυξης παραμένει υψηλή. Το 83% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι διαθέτει σαφή στρατηγική ανάπτυξης και το 79% αναφέρει υψηλό βαθμό ευθυγράμμισης της ηγετικής ομάδας γύρω από το όραμα και τους στόχους της επιχείρησης. Παρ’ όλα αυτά, το 59% εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα είναι δυσκολότερη κατά την επόμενη δεκαετία σε σχέση με το παρελθόν.
Οι κοινές αξίες, η οικογενειακή φήμη και ο μακροπρόθεσμος επενδυτικός ορίζοντας εξακολουθούν να θεωρούνται τα βασικά πλεονεκτήματα των οικογενειακών επιχειρήσεων. Η διατήρησή τους, κατά την έκθεση, προϋποθέτει πιο σύγχρονα μοντέλα διοίκησης και λήψης αποφάσεων.
Η Κατερίνα Πολυζώη, Senior Manager, Family Business, Advisory της KPMG στην Ελλάδα, επισημαίνει ως προτεραιότητες την έγκαιρη επένδυση στη διακυβέρνηση, τη σαφή οριοθέτηση των ρόλων μετόχου, διοικητικού συμβουλίου και διοίκησης, την προσέλκυση και ανάπτυξη στελεχών και τη συστηματική διαχείριση κινδύνων. Κατά την ίδια, οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε αυτούς τους τομείς θα είναι καλύτερα προετοιμασμένες για το μέλλον.
Η ετοιμότητα στη διαχείριση κινδύνων παραμένει περιορισμένη, σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων, μακροοικονομικών μεταβολών, κυβερνοαπειλών και κανονιστικών αλλαγών. Μόλις το 33% δηλώνει ότι διαθέτει ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης επιχειρηματικών κινδύνων, ενώ λιγότερες από δύο στις δέκα επιχειρήσεις θεωρούν απολύτως ξεκάθαρους τους σχετικούς ρόλους και τις αρμοδιότητες.




