Οι τουριστικές εισπράξεις αυξάνονται σχεδόν με τον ίδιο ρυθμό με τις αφίξεις, ενώ πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 90,0% των εσόδων. Η παρουσίαση της μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ φέρνει στο επίκεντρο τις επιλογές που θα συνδέσουν την ισχυρή ζήτηση με μεγαλύτερη παραγωγικότητα, καλύτερες υποδομές και ουσιαστικό όφελος για εργαζομένους και τοπικές κοινωνίες.
Η αύξηση των τουριστικών εισπράξεων συμβαδίζει με την άνοδο των αφίξεων. Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026, οι εισπράξεις χωρίς την κρουαζιέρα έφτασαν τα 17,5 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,7%, ενώ οι αφίξεις ανήλθαν σε 28,5 εκατ., με αύξηση 10,0%. Η σχεδόν παράλληλη πορεία των δύο μεγεθών κρατά ανοιχτό το βασικό ζητούμενο: πώς η μεγαλύτερη ζήτηση θα μεταφράζεται σε περισσότερη αξία ανά επισκέπτη και σε ουσιαστικό όφελος για τους προορισμούς.
Αυτή τη μετατόπιση προτείνει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», που παρουσιάστηκε στις 23 Οκτωβρίου 2026. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο κλάδος διαθέτει ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα, αλλά αντιμετωπίζει μεγάλη συγκέντρωση δραστηριότητας, ελλείμματα υποδομών και ελλείψεις προσωπικού. Για τις επιχειρήσεις και τη δημόσια πολιτική, η επόμενη φάση απαιτεί κοινή στόχευση στις επενδύσεις, στις δεξιότητες και στη διαχείριση των τόπων που υποδέχονται τους επισκέπτες.
Η αξία ανά επισκέπτη ως κριτήριο ανάπτυξης
Το μέγεθος της υφιστάμενης συνεισφοράς εξηγεί γιατί αυτή η συζήτηση αφορά ευρύτερα την οικονομία. Το 2025, η άμεση συμβολή του τουρισμού αντιστοιχούσε στο 13,0% του ΑΕΠ. Για τη συνολική, άμεση και έμμεση συμβολή, ο συνοδευτικός πίνακας δίνει εύρος 28,7%-34,6%. Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η δεύτερη αποτίμηση περιλαμβάνει την επίδραση του τομέα πέρα από τη δική του άμεση παραγωγή.
Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις των 23,6 δισ. ευρώ κάλυψαν το 69,9% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών το 2025, έναντι 60,5% το 2024. Με την προσθήκη των εισπράξεων από αερομεταφορές και κρουαζιέρα, το ποσοστό ανήλθε σε 81,3%. Πρόκειται για κάλυψη του ελλείμματος αγαθών, μέγεθος που αποτυπώνει τη σημασία των τουριστικών εσόδων για την εξωτερική θέση της χώρας.
Η ισχύς αυτή συνυπάρχει με μικρότερη διάρκεια ταξιδιού. Η μέση παραμονή διαμορφώθηκε στις 6,1 διανυκτερεύσεις το 2025, μειωμένη κατά 17,2% από το 2019. Το εύρημα προσθέτει μία κρίσιμη παράμετρο στην αξιολόγηση των αφίξεων: κάθε επίσκεψη αντιστοιχεί πλέον, κατά μέσο όρο, σε λιγότερες διανυκτερεύσεις. Επομένως, η εξέλιξη των εσόδων χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με τη διάρκεια παραμονής και την αξία που δημιουργείται κατά το ταξίδι.
Ο Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank και πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της ΕΕΤ, έθεσε ως προτεραιότητα τη βελτίωση των εσόδων ανά επισκέπτη. Συνέδεσε αυτή την κατεύθυνση με ιδιωτικές και δημόσιες υποδομές συμβατές με τον στόχο, καθώς και με τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων της τουριστικής δραστηριότητας. Η χρηματοδότηση, στην προσέγγιση αυτή, αποκτά συγκεκριμένο προσανατολισμό: επενδύσεις που στηρίζουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Οι επενδύσεις του κλάδου εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. ευρώ για το 2025. Κατά τον κ. Αναστασάτο, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τη ρευστότητα και τη διάθεση να στηρίξουν την περαιτέρω μετάβαση. Ο ίδιος συνέδεσε τα οφέλη του τουρισμού και με τη δημιουργία αξίας για άλλους κλάδους της οικονομίας. Το ουσιαστικό επιχειρηματικό ερώτημα παραμένει ποια έργα θα συνδέσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια με καλύτερη εμπειρία και μεγαλύτερα έσοδα ανά επίσκεψη, ενισχύοντας παράλληλα τις παραγωγικές διασυνδέσεις του τομέα.
Πέντε Περιφέρειες, εννέα στα δέκα ευρώ
Η γεωγραφία του τουρισμού αποκαλύπτει μια δεύτερη διάσταση της πρόκλησης. Το 75,0% της δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής και το 58% στις νησιωτικές Περιφέρειες. Παράλληλα, πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83,0% των επισκέψεων και το 90,0% των εισπράξεων. Η μεγάλη παρουσία στην περιφέρεια συνοδεύεται, συνεπώς, από υψηλή συγκέντρωση σε περιορισμένο αριθμό Περιφερειών. Η περιφερειακή διάχυση χρειάζεται να αξιολογείται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια από έναν συνολικό διαχωρισμό μεταξύ Αττικής και υπόλοιπης χώρας.
Στον αντίποδα, το 90,0% των Δημοτικών Ενοτήτων, που καλύπτουν το 95,0% της ελληνικής έκτασης, εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη. Η διαπίστωση προσδιορίζει πόσο άνισα κατανέμεται η δραστηριότητα. Από μόνη της, ωστόσο, αφήνει ανοιχτό το ποιοι τόποι μπορούν να αναπτυχθούν, με ποιους όρους και με ποιες υποδομές. Η επέκταση στον χώρο προϋποθέτει σχεδιασμό που θα συνδέει τις δυνατότητες κάθε προορισμού με την εμπειρία που μπορεί να προσφέρει.
Ανάλογη συγκέντρωση εμφανίζεται στον χρόνο, παρά τις ενδείξεις εξομάλυνσης. Ο συνοδευτικός πίνακας καταγράφει υποχώρηση της συμμετοχής του τρίτου τριμήνου στο 52,9% και αύξηση της συμμετοχής του τέταρτου στο 15,2%, επισημαίνοντας σταδιακή άμβλυνση της εποχικότητας. Το δελτίο Τύπου διατηρεί, ωστόσο, τη συγκέντρωση κυρίως στο τρίτο τρίμηνο μεταξύ των βασικών προκλήσεων. Για τη διαχείριση των προορισμών, η ετήσια συνολική επίδοση χρειάζεται επομένως να διαβάζεται μαζί με την ένταση της εποχικής αιχμής.
Η κοινωνική σημασία αυτής της γεωγραφίας φαίνεται και στη δημογραφική εικόνα. Μεταξύ των απογραφών του 2011 και του 2021, ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 3,1%, ενώ στο Νότιο Αιγαίο αυξήθηκε κατά 6,1% και στην Κρήτη κατά 0,2%. Τα στοιχεία δίνουν πλαίσιο στη συζήτηση για τη συγκράτηση πληθυσμού στις τουριστικές περιοχές, χωρίς να απομονώνουν την επίδραση του τουρισμού από άλλους παράγοντες. Ενισχύουν, πάντως, τη σημασία που έχει η οικονομική δραστηριότητα των προορισμών για την περιφερειακή πολιτική.
Ανταγωνιστικότητα με κόστος και απαιτήσεις υποδομών
Η χώρα διαθέτει ισχυρή θέση στην τουριστική αγορά. Κατά την παρουσίαση της μελέτης, με αναφορά στο WEF, κατατάσσεται 21η στην τουριστική ανταγωνιστικότητα, έναντι 59ης στη συνολική οικονομική ανταγωνιστικότητα. Βρίσκεται επίσης στην τρίτη θέση προτίμησης για Γερμανούς και Ιταλούς και στην τέταρτη για Γάλλους και Βρετανούς. Πρόκειται για πλεονέκτημα ζήτησης πάνω στο οποίο καλούνται να στηριχθούν οι επόμενες επιχειρηματικές και δημόσιες παρεμβάσεις.
Στην πλευρά του κόστους, η εικόνα γίνεται απαιτητικότερη. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση μεταξύ επτά ανταγωνιστριών χωρών ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα στον τουρισμό. Η παρουσίαση επισημαίνει επίσης το υψηλό ενεργειακό κόστος, τα ελλείμματα δημόσιων υποδομών και το κενό ωριμότητας των επιχειρήσεων στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Έτσι, η συζήτηση για περισσότερη αξία περιλαμβάνει ταυτόχρονα την εμπορική επίδοση και τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούν επιχειρήσεις και προορισμοί.
Η βραχυχρόνια μίσθωση εντάσσεται στην ίδια εξίσωση ως τμήμα του τουριστικού προϊόντος. Στην παρουσίαση προτείνεται η ενσωμάτωσή της με σαφείς όρους και ελέγχους, φορολογική ισοδυναμία με τα ξενοδοχεία και σύνδεση των παρεμβάσεων με τη στέγαση και την ποιότητα της εμπειρίας. Οι κατευθύνσεις αυτές αποτελούν προτάσεις για τη ρύθμιση της αγοράς. Αναδεικνύουν την ανάγκη να εξετάζονται μαζί η επιχειρηματική δραστηριότητα και οι λειτουργίες του τόπου που τη φιλοξενεί.
Η κλιματική αλλαγή και ο ψηφιακός μετασχηματισμός προσθέτουν νέες απαιτήσεις προσαρμογής. Η παρουσίαση τους εντάσσει στους παράγοντες που διαμορφώνουν ένα απαιτητικότερο πλαίσιο για τον τουρισμό. Μαζί με το ενεργειακό κόστος και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, διευρύνουν τη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα πέρα από την προσέλκυση επισκεπτών. Η προτεινόμενη έμφαση στην ποιότητα της εμπειρίας συνδέεται έτσι με την αναβάθμιση των επιχειρήσεων και με τις συνθήκες λειτουργίας των ίδιων των προορισμών.
Ο τουρισμός στήριζε το 10,8% της συνολικής απασχόλησης της χώρας στο τρίτο τρίμηνο του 2025. Η συγκεκριμένη χρονική αναφορά έχει βάρος σε έναν τομέα με έντονη εποχικότητα. Παράλληλα με το μέγεθος της απασχόλησης, η παρουσίαση αναγνωρίζει ως βασικές προκλήσεις την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων. Η επιδίωξη υψηλότερης ποιότητας υπηρεσιών συνδέεται έτσι άμεσα με τους ανθρώπους που τις παρέχουν.
Το όφελος πρέπει να φτάνει στον προορισμό
Η κοινωνική αποδοχή παραμένει ισχυρή. Σύμφωνα με τις έρευνες που επικαλείται η παρουσίαση, το 82,4% αξιολογεί θετικά τη συμβολή του τουρισμού στην οικονομία και το 54,0% τον κατατάσσει πρώτο μεταξύ των τομέων με τη μεγαλύτερη πρόοδο μετά τη Μεταπολίτευση. Παράλληλα, καταγράφονται ανησυχίες για το κόστος ζωής, τη στέγαση και τις τοπικές υποδομές. Η παρουσίαση αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα ως πολυπαραγοντικά, αποφεύγοντας την αποκλειστική απόδοσή τους στον τουρισμό.
Η Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, έθεσε ως συμπληρωματικό κριτήριο επιτυχίας την κατάσταση των τόπων που υποδέχονται τη δραστηριότητα. Στην τοποθέτησή της συνέδεσε την αξιολόγηση με την πρόσβαση των κατοίκων σε νερό, την αντοχή των υποδομών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διάχυση των ωφελειών στην τοπική οικονομία. Αυτή η οπτική διευρύνει το πεδίο της τουριστικής πολιτικής προς την καθημερινή λειτουργία του προορισμού.
Στις προτάσεις της περιλαμβάνονται καλύτερος συντονισμός του κράτους με Δήμους και Περιφέρειες, ισχυροί Οργανισμοί Διαχείρισης Προορισμών και ανταποδοτικότητα στη χρήση των τουριστικών εσόδων, με ορατά αποτελέσματα για τους κατοίκους. Στον συνοδευτικό πίνακα, τα έσοδα από το Τέλος Ανθεκτικότητας ανέρχονται σε 588 εκατ. ευρώ το 2025. Το ποσό προσδιορίζει το ύψος των εσόδων, ενώ η προτεινόμενη ανταποδοτικότητα θέτει το διαφορετικό ζήτημα του τρόπου αξιοποίησης των πόρων.
Η διεθνής προοπτική δίνει πρόσθετο βάρος στις σημερινές επιλογές. Η παρουσίαση περιλαμβάνει πρόβλεψη για σχεδόν 1,9 δισ. παγκόσμιες τουριστικές αφίξεις έως το 2030 και για 350 έως 400 εκατ. περισσότερους ταξιδιώτες από τα σημερινά επίπεδα. Η πρόβλεψη αφορά τη διεθνή αγορά και αφήνει ανοιχτό το μερίδιο που θα διεκδικήσει η Ελλάδα. Η ισχυρή θέση της χώρας αποτελεί αφετηρία, ενώ η ποιότητα του προϊόντος και η διαχείριση των προορισμών παραμένουν πεδία στα οποία καλείται να επενδύσει.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, συνέδεσε την επόμενη φάση με μεγαλύτερη παραγωγικότητα, επενδύσεις στους ανθρώπους και καλύτερο σχεδιασμό της ανάπτυξης. Η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, ανακοίνωσε ότι ο Σύνδεσμος θα αξιοποιήσει τα ευρήματα στον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους. Το κρίσιμο πέρασμα βρίσκεται ακριβώς εκεί: από τη διατύπωση της κατεύθυνσης σε επιλογές που θα συνδέουν τα τουριστικά έσοδα με επαγγελματικές προοπτικές, λειτουργικές υποδομές και μεγαλύτερο όφελος για τις τοπικές κοινωνίες.
Τα κρίσιμα σημεία
- Στο οκτάμηνο του 2026, οι εισπράξεις χωρίς την κρουαζιέρα αυξήθηκαν κατά 9,7% και οι αφίξεις κατά 10,0%, κρατώντας στο επίκεντρο τον στόχο για περισσότερα έσοδα ανά επισκέπτη.
- Πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 90,0% των εισπράξεων, ενώ η χρονική συγκέντρωση κυρίως στο τρίτο τρίμηνο παραμένει βασική πρόκληση, παρά τις ενδείξεις άμβλυνσης της εποχικότητας.
- Οι κατευθύνσεις που παρουσιάστηκαν συνδέουν την επόμενη φάση ανάπτυξης με υποδομές, επαγγελματικές προοπτικές και διαχείριση προορισμών που αποδίδει ορατό όφελος στους κατοίκους.




