Η απασχόληση στον αθλητισμό στην Ελλάδα αυξήθηκε σε 34.700 άτομα το 2025, από 29.300 το 2024, σύμφωνα με τη Eurostat. Η αθλητική απασχόληση αντιστοιχεί στο 0,80% της συνολικής απασχόλησης, έναντι 0,86% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι εργαζόμενοι στον χώρο φτάνουν τα 1.797.900 άτομα.
Μέλος τουλάχιστον ενός συλλόγου ή γυμναστηρίου όπου ασκείται δηλώνει το 25% στην Ελλάδα, έναντι 42% στην ΕΕ, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο του 2026. Η σύγκριση αφορά όσους δηλώνουν άθληση ή άλλη σωματική δραστηριότητα. Στο ίδιο δείγμα, το 76% στην Ελλάδα αναφέρει μηνιαία δαπάνη κάτω από 50 ευρώ για άσκηση ή άθληση, έναντι 75% στην ΕΕ.
Η απασχόληση και τα προσόντα
Η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων ακολουθεί την πτώση από 33.500 το 2022 σε 26.100 το 2023 και την ανάκαμψη του 2024. Η μέτρηση της Eurostat συνδυάζει τους εργαζομένους στις αθλητικές δραστηριότητες με όσους ασκούν αθλητικά επαγγέλματα σε άλλους κλάδους και αφορά εργαζομένους ηλικίας 15 ετών και άνω. Περιλαμβάνει προπονητές, γυμναστές και προσωπικό αθλητικών εγκαταστάσεων. Το 2025, οι άνδρες που εργάζονται στον αθλητισμό στην Ελλάδα φτάνουν τους 20.800 και οι γυναίκες τις 13.900.
Η σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού διαφέρει από εκείνη της ευρύτερης αγοράς εργασίας. Το 2025, οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούν το 68,3% των εργαζομένων στον αθλητισμό στην Ελλάδα, έναντι 38,1% στη συνολική απασχόληση της χώρας. Στην ΕΕ, τα αντίστοιχα μερίδια βρίσκονται πολύ πιο κοντά, στο 40,1% και στο 39,5%.
Οι εργαζόμενοι ηλικίας 15–29 ετών αντιστοιχούν στο 29,4% της ελληνικής αθλητικής απασχόλησης, έναντι 13,5% στο σύνολο της απασχόλησης. Για την ΕΕ, οι αντίστοιχες αναλογίες διαμορφώνονται σε 36,2% και 17,1%. Ο αθλητισμός συγκεντρώνει επομένως υψηλότερο μερίδιο νέων εργαζομένων σε σύγκριση με τη συνολική απασχόληση, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ.
Η μηνιαία δαπάνη και οι σύλλογοι
Μηνιαία δαπάνη κάτω από 20 ευρώ δηλώνει το 63% στην Ελλάδα, έναντι 52% στην ΕΕ. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει και τη μηδενική δαπάνη, ενώ στην κλίμακα από 20 έως κάτω από 50 ευρώ βρίσκεται το 13% στην Ελλάδα και το 23% στην ΕΕ. Από 50 έως 99,99 ευρώ δαπανά το 10% στην Ελλάδα έναντι 13% στην ΕΕ, ενώ για ποσά 100–199,99 ευρώ τα ποσοστά είναι 2% και στις δύο περιπτώσεις.
Δαπάνη τουλάχιστον 200 ευρώ δηλώνει το 1% και στις δύο περιπτώσεις, ενώ «δεν γνωρίζω» απαντά το 11% στην Ελλάδα και το 9% στην ΕΕ. Τα ποσοστά αφορούν όσους δηλώνουν κάποια αθλητική ή άλλη σωματική δραστηριότητα. Οι απαντήσεις καταγράφουν τη δαπάνη για άσκηση ή άθληση γενικά, χωρίς ανάλυση των επιμέρους αγορών.
Στις επιμέρους κατηγορίες οργανωμένης συμμετοχής, μέλος γυμναστηρίου ή κέντρου άσκησης δηλώνει το 17% στην Ελλάδα έναντι 21% στην ΕΕ. Στους αθλητικούς συλλόγους, τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίζονται σε 4% και 16%, ενώ στους κοινωνικοπολιτιστικούς συλλόγους με αθλητική δραστηριότητα διαμορφώνονται σε 4% και 8%. Οι συμμετέχοντες μπορούσαν να επιλέξουν περισσότερες από μία κατηγορίες.
Η συμμετοχή και τα εμπόδια πρόσβασης
Στον γενικό πληθυσμό των ερωτωμένων, ηλικίας 15 ετών και άνω, εβδομαδιαία άθληση δηλώνει το 28% στην Ελλάδα, έναντι 47% στην ΕΕ. Η έλλειψη χρόνου αποτελεί το συχνότερο εμπόδιο για συχνότερη δραστηριότητα, με 45% έναντι 37%, ενώ η έλλειψη κινήτρου ή ενδιαφέροντος συγκεντρώνει 31% έναντι 26%. Το κόστος αναφέρει το 14% έναντι 12%, ενώ την έλλειψη κατάλληλων ή προσβάσιμων κοντινών υποδομών το 13% έναντι 7%.
Πολλές ευκαιρίες σωματικής δραστηριότητας στην περιοχή κατοικίας αναγνωρίζει το 57% στην Ελλάδα έναντι 76% στην ΕΕ. Για τις ευκαιρίες που παρέχουν οι τοπικοί σύλλογοι και άλλοι πάροχοι, η θετική αξιολόγηση διαμορφώνεται σε 56% και 77%. Το 55% στην Ελλάδα θεωρεί ότι ο δήμος του κάνει λιγότερα από όσα χρειάζονται για τη σωματική δραστηριότητα των πολιτών, έναντι 47% στην ΕΕ.
Το Ευρωβαρόμετρο πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα από τις 14 Απριλίου έως τις 4 Μαΐου 2026, με 1.007 συνεντεύξεις. Στο ερώτημα για τη σημασία του αθλητισμού στη ζωή τους, ως συμμετέχοντες, θεατές ή υποστηρικτές, θετικά απαντά το 48% στην Ελλάδα, έναντι 55% στην ΕΕ.




