Το 22% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δηλώνει ότι θα αγόραζε τρόφιμο με καινοτόμο συστατικό παραγόμενο από μικροοργανισμούς, έναντι 42% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το Ειδικό Ευρωβαρόμετρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καινοτομία στα τρόφιμα. Το ερώτημα αφορά συστατικό που πληροί τα πρότυπα ασφάλειας της ΕΕ και προϊόν με σαφή επισήμανση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 54% δηλώνει απρόθυμο να προχωρήσει σε μια τέτοια αγορά.
Η επιφυλακτικότητα συνυπάρχει με εκτεταμένο έλλειμμα ενημέρωσης: το 72% των Ευρωπαίων δηλώνει ότι αισθάνεται ανεπαρκώς ενημερωμένο για καινοτόμα τρόφιμα, συστατικά και καλλιέργειες. Αρνητική άποψη για τα καινοτόμα τρόφιμα εκφράζει το 51%, έναντι 39% που τοποθετείται θετικά. Η έρευνα δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026 και πραγματοποιήθηκε με προσωπικές συνεντεύξεις σε 26.456 άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω, στα 27 κράτη μέλη, από τις 22 Μαΐου έως τις 24 Ιουνίου 2026.
Οι διαφορές ανά χώρα και επίπεδο ενημέρωσης
Η προθυμία αγοράς στο συγκεκριμένο σενάριο διαφέρει έντονα μεταξύ των χωρών. Στην Ολλανδία φτάνει στο 74% και στη Σουηδία στο 64%, ενώ στην Κύπρο περιορίζεται στο 19%.
Η γενικότερη στάση απέναντι στα καινοτόμα τρόφιμα συνδέεται στενά με το πόσο ενημερωμένοι αισθάνονται οι συμμετέχοντες. Θετική άποψη έχει το 72% όσων θεωρούν ότι διαθέτουν επαρκή ενημέρωση, έναντι 27% όσων αισθάνονται ανεπαρκώς ενημερωμένοι.
Διαφορές καταγράφονται και ανά ηλικία, εκπαίδευση και τόπο κατοικίας. Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες κάτω των 39 ετών αισθάνονται άνετα με τα καινοτόμα τρόφιμα, έναντι 34% στις ηλικίες 55 ετών και άνω. Υψηλότερη αποδοχή εμφανίζουν επίσης όσοι ολοκλήρωσαν την εκπαίδευσή τους σε ηλικία 20 ετών ή αργότερα, σε σύγκριση με όσους αποχώρησαν στα 15, καθώς και οι κάτοικοι μεγάλων πόλεων έναντι εκείνων σε χωριά ή αγροτικές περιοχές.
Σαφής επισήμανση και ανεξάρτητος έλεγχος
Η διαφάνεια συγκεντρώνει ευρεία υποστήριξη. Το 85% συμφωνεί ότι τα καινοτόμα τρόφιμα πρέπει να έχουν σαφείς και διακριτές ονομασίες και κατανοητές πληροφορίες για την παραγωγή, τη σύνθεση και την προέλευσή τους. Όταν το ερώτημα εστιάζει στο τι θα αύξανε περισσότερο την εμπιστοσύνη στην κατανάλωσή τους, το 51% επιλέγει την υποχρεωτική σαφή επισήμανση με αυτά τα στοιχεία.
Ακολουθούν η ανεξάρτητη αξιολόγηση ασφάλειας πέρα από τα δεδομένα του ίδιου του παραγωγού, με 38%, η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, με 36%, και η τακτική δημοσιοποίηση ευρημάτων ασφάλειας, με 34%. Οι απαντήσεις καταγράφουν τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι οι καταναλωτές συνδέουν με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Τα οφέλη που αναγνωρίζουν οι Ευρωπαίοι
Παρά τις επιφυλάξεις για την κατανάλωση, το 68% συμφωνεί ότι η καινοτομία μπορεί να δώσει πρόσθετα εργαλεία σε αγρότες και παραγωγούς τροφίμων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, των επιβλαβών οργανισμών, της έλλειψης πόρων και των διαταραχών εφοδιασμού. Το 70% θεωρεί ότι μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για έρευνα, δεξιότητες και θέσεις εργασίας στην Ευρώπη.
Ως πιθανά οφέλη, οι συμμετέχοντες αναφέρουν συχνότερα τη μείωση της πίεσης στους φυσικούς πόρους, με 27%, την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας και τις καλύτερες δυνατότητες επιλογής χάρη σε σαφείς πληροφορίες και επισήμανση, με 25% για καθεμία. Υγιεινότερες ή πιο θρεπτικές διατροφικές επιλογές αναφέρει το 23%, ενώ το 21% συνδέει τα καινοτόμα τρόφιμα με ευκαιρίες για έρευνα, καινοτομία και απασχόληση στην Ευρώπη.
Ανάμεσα στα προϊόντα που παρουσιάστηκαν, την υψηλότερη αποδοχή συγκέντρωσαν τα φρούτα και λαχανικά από καλλιέργειες προσαρμοσμένες στην ξηρασία, στους επιβλαβείς οργανισμούς ή στα ακραία καιρικά φαινόμενα: το 50% θα αισθανόταν άνετα με αυτά. Ως κίνητρο για συχνότερη κατανάλωση καινοτόμων τροφίμων, το 35% επιλέγει τη μειωμένη χρήση φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων ή αντιβιοτικών. Ακολουθούν η ευζωία των ζώων με 23%, το χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και το καλύτερο διατροφικό προφίλ, με 22% το καθένα.
Τα ευρήματα συνδέονται με το Food 2040, το πλαίσιο πολιτικής έρευνας και καινοτομίας της ΕΕ για τα συστήματα τροφίμων. Εντάσσεται στην ευρωπαϊκή στρατηγική προσέγγιση για την έρευνα και την καινοτομία στη γεωργία, τη δασοκομία, τις αγροτικές περιοχές και τα συστήματα τροφίμων. Προβλέπει συμμετοχή καταναλωτών και ενδιαφερόμενων εταίρων στον σχεδιασμό λύσεων και δοκιμές σε πραγματικές συνθήκες, με στόχο την ανταπόκριση σε οικονομικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανάγκες.




