Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει τις εμπορικές της συναλλαγές με αυταρχικά καθεστώτα τα τελευταία 25 χρόνια, σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύθηκε σε ιστολόγιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Με βάση τα ευρήματα, ο δείκτης δημοκρατικά σταθμισμένου εμπορίου (DWTI) της ΕΕ-15 παρουσίασε αισθητή υποχώρηση από το 1999 έως το 2022, γεγονός που αποδίδεται τόσο στη μετατόπιση των εμπορικών ροών προς λιγότερο δημοκρατικούς εταίρους, όσο και στην επιδείνωση της δημοκρατικής διακυβέρνησης σε βασικές χώρες προέλευσης των εισαγωγών. Η μερική ανάκαμψη του δείκτη το 2023 αποδίδεται κυρίως στις κυρώσεις που επέβαλε η Ένωση στη Ρωσία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν συνδέεται αποκλειστικά με το αυξημένο εμπόριο με την Κίνα, καθώς η πτωτική πορεία του δείκτη συνεχίζεται ακόμη και αν εξαιρεθεί η Κίνα από τους υπολογισμούς. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο μέσος όρος δημοκρατίας εκτός της ΕΕ-15 έχει ενισχυθεί τις τελευταίες δεκαετίες, συνεπώς η υποχώρηση του δείκτη αντικατοπτρίζει κυρίως την αλλαγή στη σύνθεση των εμπορικών εταίρων και τη σταδιακή μείωση της ποιότητας διακυβέρνησης σε συγκεκριμένες χώρες.
Η ανάλυση της ΕΚΤ υπογραμμίζει πως το φαινόμενο εμφανίζεται με συνέπεια σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ-15. Στη διάρκεια της περιόδου 1999-2012, η πτώση του δείκτη προήλθε από τη μετακίνηση του εμπορίου προς χώρες χαμηλότερου δημοκρατικού επιπέδου, ενώ από το 2012 και μετά αποδίδεται στη χειροτέρευση των δεικτών δημοκρατίας στους υφιστάμενους εμπορικούς εταίρους της Ένωσης.
Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ζήτημα αξιοπιστίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διακηρύσσει ότι βασίζει την εμπορική της πολιτική σε αρχές και αξίες όπως ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, τα εργασιακά πρότυπα και η κοινωνική δικαιοσύνη. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο κίνδυνος ενίσχυσης καθεστώτων με επεκτατικές ή στρατιωτικές επιδιώξεις, γεγονός που εντείνει τον γεωπολιτικό κίνδυνο για την Ένωση και επηρεάζει τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού οικονομικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Επιπρόσθετα, η ανάλυση αναφέρεται στις προκλήσεις που προκύπτουν για την πράσινη μετάβαση, καθώς σημαντικές πρώτες ύλες για τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, όπως ο κοβάλτιο, το λίθιο και το νικέλιο, προέρχονται κυρίως από χώρες με αυταρχικά καθεστώτα. Η εξάρτηση αυτή δημιουργεί ηθικά διλήμματα και εγείρει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα των ανθρακικών εκπομπών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Η μερική αντιστροφή της τάσης μετά την επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας καταδεικνύει ότι η υιοθέτηση αξιακών κριτηρίων στο εμπόριο μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα όταν συνοδεύεται από πολιτική βούληση. Συνολικά, τα ευρήματα της ΕΚΤ φέρνουν στην επιφάνεια το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ΕΕ ανάμεσα στην οικονομική της στρατηγική και τη συνεπή εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών που έχει θέσει ως βάση της διεθνούς της παρουσίας.



