Η ελληνική οικονομία διατήρησε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025, παρουσιάζοντας επιτάχυνση της μεγέθυνσης του ΑΕΠ στο 2,0% σε ετήσια βάση, έναντι 1,6% το προηγούμενο τρίμηνο. Σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ που παρουσιάστηκε στην Αθήνα, η παγκόσμια οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα εν μέσω τριγμών, με τις χώρες του ΟΟΣΑ να αναπτύσσονται με ρυθμό 1,9%. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο κίνδυνος δασμολογικών κλιμακώσεων αναζωπυρώνονται στις αρχές του 2026. Στην Ευρωζώνη, η ετήσια μεγέθυνση ανήλθε στο 1,4% το τρίτο τρίμηνο του 2025, ενώ οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τοποθετούν την ανάπτυξη στο 1,2% για το τρέχον έτος και στο 1,4% για το 2027.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η άνοδος του ΑΕΠ τροφοδοτήθηκε από τη σταθερή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 2,4% και την οριακή επιτάχυνση της δημόσιας κατανάλωσης κατά 1,0%. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επίδοση στις πάγιες επενδύσεις, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο 12,8%, συνεχίζοντας την ανοδική τους τροχιά για δεύτερο διαδοχικό τρίμηνο. Αντιθέτως, οι συνολικές επενδύσεις υποχώρησαν κατά 9,0%, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη μείωση των αποθεμάτων. Το εξωτερικό ισοζύγιο βελτιώθηκε περαιτέρω, καθώς οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 1,7%, ενώ οι εισαγωγές σημείωσαν πτώση της τάξεως του 4,0%, ενισχύοντας τη θετική συνεισφορά του εξωτερικού τομέα στο προϊόν.
Προβλέψεις Ανάπτυξης και η Πορεία των Δημοσιονομικών
Για το σύνολο του 2025, το ΙΟΒΕ διατηρεί αμετάβλητη την εκτίμησή του για ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, με τις πάγιες επενδύσεις να εκτιμάται ότι ενισχύθηκαν κατά 7,6% λόγω του Σχεδίου Ανάκαμψης. Για το 2026, η πρόβλεψη για την ανάπτυξη παραμένει στο 2,2%, στηριζόμενη στην ανθεκτική κατανάλωση και την περαιτέρω επιτάχυνση των παγίων επενδύσεων κατά 8,2%. Ωστόσο, προβλέπεται διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος, εξαιτίας του εμπορικού προστατευτισμού και της ενισχυμένης ισοτιμίας του ευρώ. Σε δημοσιονομικό επίπεδο, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται στο 3,7% για το 2025 και στο 2,8% για το 2026, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί στο 138,2% του ΑΕΠ.
Στην αγορά εργασίας, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,2% το τρίτο τρίμηνο του 2025, από 9,0% ένα έτος νωρίτερα, με τους κλάδους του τουρισμού και του εμπορίου να ηγούνται της ανόδου στην απασχόληση. Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι το ποσοστό ανεργίας θα διαμορφωθεί μεσοσταθμικά στο 8,9% για το 2025 και θα υποχωρήσει περαιτέρω στο 8,6% το 2026. Ο πληθωρισμός, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, έκλεισε στο 2,9% για το 2025, ωθούμενος από την εγχώρια ζήτηση στις υπηρεσίες. Για το 2026, αναμένεται αποκλιμάκωση του ρυθμού πληθωρισμού στην περιοχή του 2,4%, αν και η αβεβαιότητα για τις γεωπολιτικές εξελίξεις διατηρεί ενεργούς τους κινδύνους.
Στον τραπεζικό τομέα, καταγράφηκε πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά, με το στεγαστικό χαρτοφυλάκιο να σημειώνει οριακή αύξηση για πρώτη φορά έπειτα από 16 έτη συνεχούς συρρίκνωσης. Παράλληλα, βελτιώθηκε η πρόσβαση των τραπεζών στις διεθνείς αγορές και το κόστος δανεισμού παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα. Οι ιδιωτικές καταθέσεις ακολουθούν ήπια αυξητική πορεία, ενώ το περιθώριο επιτοκίου, αν και μειωμένο, παραμένει υψηλό. Στον αντίποδα, προκλήσεις αποτελούν η χαμηλή ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια, η υψηλή έκθεση των τραπεζών σε κρατικά ομόλογα και το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων που βρίσκονται εκτός των τραπεζικών ισολογισμών.
Οι Επισημάνσεις της Διοίκησης και Διαρθρωτικές Αδυναμίες
Κατά την παρουσίαση, ο Πρόεδρος του ΙΟΒΕ, κ. Γιάννης Ρέτσος, εστίασε στους κινδύνους που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον, κάνοντας λόγο για γεωπολιτικές εντάσεις και κρίση θεσμών στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αναγνώρισε την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο προειδοποίησε για κόπωση στις μεταρρυθμίσεις και τόνισε την ανάγκη επιτάχυνσης των διαρθρωτικών αλλαγών. Υπογράμμισε ότι η χώρα οφείλει να θωρακιστεί περαιτέρω, τόσο σε οικονομικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο, ενόψει των δυσκολιών που αναπόφευκτα θα προκύψουν από την αστάθεια στις σχέσεις Ευρώπης και ΗΠΑ και το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Καθηγητής Νίκος Βέττας, επεσήμανε ότι η ελληνική οικονομία κινείται σε θετική τροχιά με ρυθμούς υψηλότερους της Ευρωζώνης, μείωση της ανεργίας και ενίσχυση των επενδύσεων. Ωστόσο, τόνισε ότι το Ταμείο Ανάκαμψης, αν και στηρίζει τη δυναμική, δεν επαρκεί από μόνο του για το αναγκαίο επενδυτικό άλμα. Ανέδειξε τις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά λόγω του πληθωρισμού και τις επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα. Ως προτεραιότητες έθεσε την άμβλυνση των γραφειοκρατικών εμποδίων, την ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και την ενίσχυση της καινοτομίας και του ανθρώπινου κεφαλαίου.



