Το πλουσιότερο 0,1% του παγκόσμιου πληθυσμού, περίπου 8 εκατομμύρια άνθρωποι, παράγει περισσότερες εκπομπές άνθρακα από τα φτωχότερα 3,5 δισεκατομμύρια ανθρώπων μαζί, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Oxfam. Η οργάνωση συνδέει την ανισότητα στις εκπομπές με την άνιση έκθεση στις κλιματικές καταστροφές, υποστηρίζοντας ότι όσοι ευθύνονται λιγότερο για την κρίση υφίστανται δυσανάλογες απώλειες σε κατοικίες, καλλιέργειες και εισοδήματα.
Η έκθεση, που δημοσιεύεται ενόψει της συνόδου του ΟΗΕ για το κλίμα COP31 στην Τουρκία, εξετάζει και το οικονομικό όφελος από αυτές τις καταστροφές. Με τον νέο δείκτη «Destroy & Rebuild», η Oxfam εντοπίζει 217 εταιρείες που αποκομίζουν κέρδη τόσο από κλάδους που επιβαρύνουν το κλίμα όσο και από την προετοιμασία, την αποκατάσταση και την ανοικοδόμηση μετά από καταστροφές.
Το μερίδιο στις εκπομπές και στους καύσωνες
Συνδυάζοντας δεδομένα για την ανισότητα στις εκπομπές με μοντέλα απόδοσης κλιματικών επιπτώσεων, η ανάλυση υπολογίζει ότι ένας άνθρωπος στο πλουσιότερο 0,1% έχει συμβάλει σχεδόν 400 φορές περισσότερο στους σημερινούς ακραίους καύσωνες από έναν άνθρωπο στο φτωχότερο μισό της ανθρωπότητας. Οι εκπομπές αυτής της εύπορης ομάδας υπερβαίνουν το τριπλάσιο εκείνων ολόκληρου του πληθυσμού της υποσαχάριας Αφρικής, που αριθμεί 1,3 δισεκατομμύρια ανθρώπους.
Για το ευρύτερο πλουσιότερο 1%, η Oxfam εκτιμά ότι ευθύνεται για το 20% της παγκόσμιας θέρμανσης από το 1990. Η κατά κεφαλήν συμβολή του υπολογίζεται στο εκατονταπλάσιο εκείνης ενός ανθρώπου που ανήκει στο φτωχότερο 50%, ενώ οι εκπομπές του εκτιμάται ότι θα προκαλέσουν ζημιές σχεδόν 53 τρισ. δολαρίων έως το 2050.
Η ιδιωτική αεροπορία προσφέρει ένα ακόμη μέτρο σύγκρισης. Με βάση ανάλυση δεδομένων παρακολούθησης ιδιωτικών αεροσκαφών, η οργάνωση υπολογίζει ότι οι συνδυασμένες εκπομπές των ιδιωτικών τζετ σε δύο δευτερόλεπτα ξεπερνούν τις ετήσιες εκπομπές ενός ανθρώπου στο φτωχότερο μισό της ανθρωπότητας.
Η προστασία από τις καταστροφές και το κόστος της αποκατάστασης
Η οικονομική δυνατότητα επηρεάζει και την προστασία από τις συνέπειες της κρίσης. Η έκθεση περιγράφει πώς οι υπερπλούσιοι εξασφαλίζουν κατοικίες σε ασφαλέστερες και δροσερότερες περιοχές, ιδιωτική ασφάλιση, ιδιωτικά συνεργεία πυρόσβεσης και υπόγεια καταφύγια υψηλής τεχνολογίας. Για τους περισσότερο ευάλωτους, η απώλεια κατοικίας, σοδειάς ή αποταμιεύσεων περιορίζει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα αντιμετώπισης της επόμενης καταστροφής.
Μέχρι το 2050, έως και 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι, περίπου το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, θα μπορούσαν να εκτοπιστούν εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, σύμφωνα με την έκθεση. Οι περισσότεροι εκτοπισμένοι αναμένεται να βρίσκονται στον Παγκόσμιο Νότο. Η Oxfam συνδέει επίσης την ανισότητα με τη θνησιμότητα από πλημμύρες, αναφέροντας επταπλάσιους θανάτους στις χώρες με μεγαλύτερες ανισότητες.
Την ίδια ώρα, η παγκόσμια αγορά αποκατάστασης καταστροφών προβλέπεται να αυξηθεί από 70 δισ. σε 92 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2029. Στον δείκτη «Destroy & Rebuild», η BlackRock και η Vanguard έχουν επενδύσεις στο 92% των εταιρειών, με τη συνδυασμένη αξία αυτών των τοποθετήσεων να υπερβαίνει το 1 τρισ. δολάρια.
Ο εκτελεστικός διευθυντής της Oxfam International, Amitabh Behar, κατηγορεί τους υπερπλούσιους ότι αποκομίζουν κέρδη σε κάθε στάδιο της κλιματικής κρίσης. «Κερδίζουν από τη ρύπανση. Κερδίζουν από την καταστροφή. Και κερδίζουν ξανά από την αποκατάσταση», δηλώνει για τους υπερπλούσιους.
Η οργάνωση προειδοποιεί ακόμη ότι οι καταστροφές αξιοποιούνται για την προώθηση πολιτικών που εντείνουν τις ανισότητες. Στις πρακτικές αυτές περιλαμβάνει την ιδιωτικοποίηση της κλιματικής δράσης και των δημόσιων υπηρεσιών, την υφαρπαγή γης, την απορρύθμιση και τις φορολογικές ελαφρύνσεις υπέρ των υπερπλούσιων.
Τα αιτήματα προς τις κυβερνήσεις της COP31
Η Oxfam ζητά από τις κυβερνήσεις που θα συναντηθούν στην COP31 μόνιμους φόρους στον πλούτο και στα εισοδήματα των πλουσιότερων, μόνιμο φόρο στις εταιρείες ορυκτών καυσίμων και αυστηρή φορολόγηση ειδών πολυτελείας υψηλών εκπομπών, όπως τα ιδιωτικά τζετ. Ζητά επίσης δημόσιες υποδομές και υπηρεσίες ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή, καθώς και περιορισμό της εταιρικής ισχύος στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, στην ανοικοδόμηση και στα συστήματα τροφίμων κατά τις καταστροφές.
Για τη χρηματοδότηση του Παγκόσμιου Νότου, προκρίνει δημόσιους πόρους με τη μορφή επιχορηγήσεων αντί δανείων που αυξάνουν το χρέος. Ειδικά για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ζητά τριπλασιασμό της χρηματοδότησης έως το 2035.




