Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα ξεκινήσει άμεσα έρευνα κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, συνδέοντάς την με τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί σε αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ανέφερε επίσης ότι αναμένει την αναστροφή των κυρώσεων και την επιβολή «σημαντικού» δασμού στην Ένωση των 27 κρατών-μελών.
Η παρέμβαση ακολούθησε τα πρόστιμα συνολικού ύψους 890 εκατ. ευρώ που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη Google. Η Επιτροπή απέδωσε τις κυρώσεις σε παραβιάσεις του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Αγορές, αναφέροντας ότι η εταιρεία έδινε προνομιακή μεταχείριση στις δικές της υπηρεσίες αναζήτησης. Ο Τραμπ χαρακτήρισε το ποσό πρόστιμο 1 δισ. δολαρίων και υποστήριξε ότι επιβλήθηκε χωρίς εξήγηση.
Η επίκληση της διαδικασίας του άρθρου 301
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η έρευνα θα αφορά την πρακτική που, κατά τον ίδιο, επιβαρύνει αμερικανικές εταιρείες και φορολογουμένους. Η διαδικασία του άρθρου 301 επιτρέπει στις ΗΠΑ να επιβάλλουν δασμούς ως απάντηση σε πρακτικές που κρίνονται άδικα επιβαρυντικές για το αμερικανικό εμπόριο.
Στην ανάρτησή του, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η ΕΕ στοχεύει άμεσα «μεγάλες αμερικανικές εταιρείες» και ανέφερε προηγούμενα πρόστιμα κατά της Apple, της Meta και της Amazon. Απέδωσε στην Apple πρόστιμα 15 δισ. δολαρίων, στη Meta 3 δισ. δολαρίων και στην Amazon 2,5 δισ. δολαρίων, ενώ δήλωσε ότι τα πρόστιμα κατά της Google υπερβαίνουν συνολικά τα 18 δισ. δολάρια. Οι αναφορές αυτές διατυπώθηκαν ως ισχυρισμοί του ίδιου.
Η θέση της Επιτροπής για τη Google
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι οι κυρώσεις κατά της Google συνδέονται με τους κανόνες που διέπουν τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες στην ευρωπαϊκή αγορά. Ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Αγορές έχει στόχο τον έλεγχο των πρακτικών αυτών των εταιρειών και την εφαρμογή κανόνων για τη λειτουργία τους.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες θα αλλάξει επί των ημερών της κυβέρνησής του. Δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα κινηθούν άμεσα και ότι η ΕΕ θα καταβάλει «πολύ μεγάλο τίμημα» για όσα χαρακτήρισε παράνομη και ανήθικη συμπεριφορά. Η ανάρτησή του περιλάμβανε πρόβλεψη για ουσιαστικό δασμό κατά της ΕΕ το συντομότερο δυνατόν.
Δασμοί για την καταναγκαστική εργασία
Η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε παράλληλα νέους δασμούς από 10% έως 12,5% σε 60 οικονομίες, επικαλούμενη αποτυχία εφαρμογής και αποτελεσματικής επιβολής απαγορεύσεων στις εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Η ενέργεια έγινε επίσης βάσει του άρθρου 301, έπειτα από έρευνες της Αμερικανικής Εμπορικής Αντιπροσωπείας.
Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ δήλωσε ότι η καταναγκαστική εργασία εξακολουθεί να υπάρχει στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και κάλεσε τις χώρες να την εξαλείψουν. Η νέα δασμολογική πολιτική αντικατέστησε το προσωρινό καθεστώς δασμών 10%, το οποίο έληγε την Παρασκευή, μετά την ακύρωση προηγούμενων δασμών της κυβέρνησης Τραμπ από το Ανώτατο Δικαστήριο νωρίτερα φέτος.
Κριτική από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς
Η επίκληση της καταναγκαστικής εργασίας προκάλεσε αντιδράσεις από Δημοκρατικούς και επιφυλάξεις σε μέρος των Ρεπουμπλικανών. Ο Ρίτσαρντ Νιλ, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Τρόπων και Μέσων της Βουλής, χαρακτήρισε την αιτιολόγηση «υπερβολικά βολική» και υποστήριξε ότι ένα υπαρκτό πρόβλημα αξιοποιείται ως πρόσχημα για τη δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης.
Η Δημοκρατική βουλευτής Λίντα Σάντσεζ αμφισβήτησε την εφαρμογή ίδιου δασμολογικού συντελεστή στην Κίνα και στην Αυστραλία. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Κόρνιν εξέφρασε ανησυχία για την επίδραση των δασμών στις τιμές για τους Αμερικανούς. Αντίθετα, ο πρόεδρος της Επιτροπής Τρόπων και Μέσων, Ρεπουμπλικανός Τζέισον Σμιθ, υποστήριξε ότι οι χώρες που δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς την καταναγκαστική εργασία πρέπει να λογοδοτούν.
Η δικαστική αμφισβήτηση της εμπορικής πολιτικής
Μέχρι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η χρήση της διαδικασίας του άρθρου 301 είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στο Αμερικανικό Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου. Η προσφυγή κατατέθηκε από το Liberty Justice Center για λογαριασμό δύο μικρών επιχειρήσεων και υποστηρίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρησιμοποιεί καταχρηστικά τη σχετική εξουσία.
Κατά την προσφυγή, η κυβέρνηση επιχειρεί μέσω του άρθρου 301 να επαναφέρει ουσιαστικά τους δασμούς της «ημέρας απελευθέρωσης» του 2025, τους οποίους το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ακυρώσει νωρίτερα φέτος. Η υπόθεση αμφισβητεί ενώπιον του Αμερικανικού Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου τη χρήση της διαδικασίας του άρθρου 301.



