Ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε υποχώρηση κατά τον Μάρτιο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) σε συνεργασία με τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG ECFIN). Στην Ελλάδα, ο δείκτης διαμορφώθηκε στις 106,8 μονάδες, έναντι 107,6 μονάδων τον Φεβρουάριο, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη η υποχώρηση ήταν εντονότερη. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην επιδείνωση των προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο και την καταναλωτική εμπιστοσύνη, καθώς και στις πληθωριστικές πιέσεις που επηρεάζουν τη ζήτηση.
Υποχώρηση δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο δείκτης οικονομικού κλίματος εξασθένισε τον Μάρτιο φτάνοντας τις 96,7 μονάδες στην ΕΕ και τις 96,6 μονάδες στην Ευρωζώνη. Η πτώση αυτή προήλθε κυρίως από τη σημαντική υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, η οποία βρέθηκε σε χαμηλό 2,5 ετών, και την επιδείνωση των προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών, η Γαλλία σημείωσε τη μεγαλύτερη πτώση με -3,7 μονάδες, ακολουθούμενη από την Ισπανία με -2,4 μονάδες. Στον αντίποδα, οι προσδοκίες στον κλάδο των κατασκευών ενισχύθηκαν ελαφρά, ενώ στη βιομηχανία παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, παρά την υποχώρηση των προβλέψεων για την παραγωγή.
Στην Ελλάδα, η υποχώρηση του δείκτη συνοδεύεται από αυξημένη αβεβαιότητα, η οποία συνδέεται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τη μεταβλητότητα στις αγορές ενέργειας. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι οι πρώτες επιπτώσεις της κρίσης είναι ορατές, επηρεάζοντας το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Παρόλο που ο ελληνικός δείκτης παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η εξασθένηση των προσδοκιών καταγράφεται σε όλους τους επιμέρους επιχειρηματικούς τομείς. Η διάρκεια της τρέχουσας κρίσης εκτιμάται ως ο κρίσιμος παράγοντας για τη μελλοντική πορεία του κλίματος τους επόμενους μήνες.
Εξασθένηση επιχειρηματικών προσδοκιών σε όλους τους κλάδους
Ο κλάδος των υπηρεσιών στην Ελλάδα εμφάνισε έντονη υποχώρηση, με τον δείκτη να πέφτει στις 103,6 μονάδες από 122,4 τον Φεβρουάριο. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στις αρνητικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων και την τρέχουσα ζήτηση. Αντίστοιχα, στη βιομηχανία ο δείκτης προσδοκιών υποχώρησε οριακά στις 110,3 μονάδες, επηρεασμένος από την κάμψη των προβλέψεων για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες. Παρά τη βελτίωση στις εκτιμήσεις για τις παραγγελίες εξωτερικού σε ορισμένους υποκλάδους, η συνολική αβεβαιότητα για τη μελλοντική ανάπτυξη των βιομηχανικών μονάδων ενισχύθηκε ελαφρά κατά την πρόσφατη περίοδο αναφοράς.
Στο λιανικό εμπόριο, ο δείκτης υποχώρησε στις 104,9 μονάδες, με τις πτωτικές τάσεις να κυριαρχούν στους περισσότερους υποκλάδους, εκτός των υφασμάτων και της ένδυσης. Οι επιχειρήσεις του κλάδου τροφίμων και ποτών ανέφεραν σημαντική εξασθένηση των τρεχουσών πωλήσεων, ενώ οι προβλέψεις για τις παραγγελίες προς προμηθευτές κινήθηκαν επίσης πτωτικά. Παράλληλα, οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν ισχυρές, καθώς το 31% των επιχειρήσεων λιανικής προβλέπει άνοδο των τιμών στο προσεχές διάστημα. Η συσσώρευση αποθεμάτων σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων δεν στάθηκε ικανή να αντισταθμίσει τη συνολική πτώση των προσδοκιών στον κλάδο.
Υποχώρηση προσδοκιών στις κατασκευές και την κατανάλωση
Στις κατασκευές, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών διαμορφώθηκε στις 175,5 μονάδες, σημειώνοντας μείωση από τις 189,1 μονάδες του προηγούμενου μήνα. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την κάμψη των προσδοκιών στα ιδιωτικά έργα, καθώς στον τομέα των δημοσίων έργων καταγράφηκε αισθητή ενίσχυση. Σημαντικό εύρημα της έρευνας αποτελεί το γεγονός ότι το 56% των κατασκευαστικών επιχειρήσεων προσδιορίζει την έλλειψη εργατικού δυναμικού ως το βασικότερο εμπόδιο στη λειτουργία του. Επιπλέον, οι προβλέψεις για την απασχόληση στον κλάδο υποχώρησαν, αν και παραμένουν σε υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα υποχώρησε τον Μάρτιο, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -52,5 μονάδες. Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι πλέον απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκφράζοντας ανησυχία για την οικονομική κατάσταση της χώρας και των νοικοκυριών τους. Οι προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριού τους επόμενους 12 μήνες επιδεινώθηκαν έντονα, ενώ η πρόθεση για μείζονες αγορές παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα. Η έρευνα δείχνει ότι το 11% των καταναλωτών αναγκάζεται πλέον να αντλεί από τις αποταμιεύσεις του για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες του.
Επίπεδα καταναλωτικής εμπιστοσύνης και προβλέψεις για τιμές
Οι προβλέψεις για την εξέλιξη των τιμών στην ελληνική αγορά ενισχύθηκαν έντονα, με τον σχετικό δείκτη να ανέρχεται στις +53,2 μονάδες από +40,8 τον Φεβρουάριο. Το 76% των νοικοκυριών προέβλεψε άνοδο των τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό κατά το επόμενο δωδεκάμηνο. Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για την ανεργία κινήθηκαν ελαφρώς ανοδικά, με το 36% των ερωτηθέντων να αναμένει μικρή ή αισθητή αύξηση. Σχετικά με την τρέχουσα οικονομική τους κατάσταση, το 63% των νοικοκυριών δήλωσε ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», γεγονός που επιβεβαιώνει την πίεση στην εγχώρια κατανάλωση.
Η αβεβαιότητα των νοικοκυριών ως προς τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις ενισχύθηκε οριακά, καθώς το 61% των καταναλωτών θεωρεί δύσκολη την πρόβλεψη της κατάστασής του. Στον τομέα της αποταμίευσης, ο δείκτης βελτιώθηκε ελαφρά, αν και το 87% των νοικοκυριών εξακολουθεί να θεωρεί απίθανη την αποταμίευση μέσα στο επόμενο έτος. Η συνολική εικόνα των ερευνών συγκυρίας για τον Μάρτιο υποδεικνύει μια φάση αναμονής και επιφυλακτικότητας τόσο από την πλευρά των επιχειρήσεων όσο και από την πλευρά των καταναλωτών, εν αναμονή της εξέλιξης των διεθνών οικονομικών προκλήσεων.



